Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιξός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

και οξός, ο (ΑΜ ἰξός)
1. το παρασιτικό φυτό viscum album που ζει πάνω στη βαλανιδιά και σε άλλα δέντρα, κν. γκυ
2. κολλώδης ουσία που λαμβάνεται από το φυτό αυτό και χρησιμοποιείται για την κατασκευή ιξοβεργών («θήρας ὄργανον φέρουσα τὸν ἰξόν», Πλούτ.)
νεοελλ.
κοινή ονομασία ορισμένων φυτών που παράγουν κολλώδη ουσία
μσν.
παγίδα, δόλωμα
αρχ.
1. κάθε κολλώδης ουσία
2. το δόλωμα, η σαγήνη, το μέσο με το οποίο σαγηνεύεται κάποιοςἰξός ὀμμάτων», Λουκιαν.)
3. φιλάργυρος, φειδωλός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιο αν πρόκειται για ΙΕ προελεύσεως λ. Εικάζεται συγγένεια με το λατ. viscum «ιξός», το αρχ. άνω γερμ. wihsela «βύσσινο» και το ρωσ. višnja «κεράσι».
ΠΑΡ. ιξεύω, ιξία, ιξώδης
αρχ.
ιξίνη
(αρχ. -μσν.) ιξώ
μσν.
ιξίον νεοελλ. ιξερός.
ΣΥΝΘ. ιξοβόρος, ιξοφόρος
αρχ.
ιξοβόλος, ιξοβολώ, ιξοειδής, ιξοεργός, ιξοποιώ, ιξοφάγος, ιξοφορεύς
μσν.
ιξόμελι
νεοελλ.
ιξόβεργα].