Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰξοφάγος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰξοφάγος Medium diacritics: ἰξοφάγος Low diacritics: ιξοφάγος Capitals: ΙΞΟΦΑΓΟΣ
Transliteration A: ixophágos Transliteration B: ixophagos Transliteration C: iksofagos Beta Code: i)cofa/gos

English (LSJ)

[ᾰ], ον,= ἰξο-βόρος, Ath.2.65a.

German (Pape)

[Seite 1255] = ἰξοβόρος, Arist. bei Ath. II, 65 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἰξοφάγος: -ον, ἴδε ἰξοβόρος.

Greek Monolingual

ἰξοφάγος, -ον (Α)
ιξοβόρος, αυτός που τρώει τον ιξό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰξός + -φάγος (< θ. φαγ- του -φαγ-ον που χρησιμεύει ως αόρ. β' του ἐσθίω), πρβλ. σαρκο-φάγος, φυτο-φάγος.