Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱμάντινος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἱμάντῐνος Medium diacritics: ἱμάντινος Low diacritics: ιμάντινος Capitals: ΙΜΑΝΤΙΝΟΣ
Transliteration A: himántinos Transliteration B: himantinos Transliteration C: imantinos Beta Code: i(ma/ntinos

English (LSJ)

η, ον,

   A of leathern thongs, Hdt.4.189, Hp.Art. 78.

German (Pape)

[Seite 1252] von ledernen Riemen gemacht; θύσανοι Her. 4, 189; δεσμά Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

ἱμάντῐνος: -η, -ον, (ἱμὰς) ἐξ ἱμάντων, ἐπὶ δερματίνων δεσμῶν, Ἡρόδ. 4. 189, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 837.

French (Bailly abrégé)

η, ον :
fait avec des courroies.
Étymologie: ἱμάς.

Greek Monolingual

ἱμάντινος, -ίνη, -ον (Α)
αυτός που αποτελείται από ιμάντες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἱμάς, -άντος + κατάλ. -ινος (πρβλ. μάλλ-ινος, ξύλ-ινος)].

Greek Monotonic

ἱμάντῐνος: -η, -ον (ἱμάς), αυτός που έχει συντεθεί από ιμάντες, λουριά, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἱμάντινος: (ῐμ) ременный, кожаный (θύσανοι Her.).

Middle Liddell

ἱμάντῐνος, η, ον ἱμάς
of leathern thongs, Hdt.