Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱμάς

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἱμάς Medium diacritics: ἱμάς Low diacritics: ιμάς Capitals: ΙΜΑΣ
Transliteration A: himás Transliteration B: himas Transliteration C: imas Beta Code: i(ma/s

English (LSJ)

ὁ, gen. ἱμάντος (not ἱμᾶς, ἱμᾶντος Hdn.Gr.2.939): Ep. dat. pl. ἱμάντεσσι:—

   A leathern strap or thong, Il.10.262, etc.; ἱμάντα βοός 3.375; βοέους ἱμάντας 22.397: mostly in pl., in various senses:    a traces, 10.475,499,al.    b reins, 23.324, etc.; τμητοῖς ἱμᾶσι S.El. 747, cf. E.Hipp.1222.    c straps on which the body of the chariot was hung, Il.5.727.    d lash of a whip, formed by several thongs, 23.363.    e boxing-glove, consisting of several straps put round the hand, ib.684, Pi.N.6.35, Pl.Prt.342c; ἱ. πυκτικοί Eup.22 D.    2 in sg., the magic girdle of Aphrodite, Il.14.214, 219.    b chin-strap of the helmet, 3.371.    c thong, by which the bolt was shot home into the socket, Od.1.442, cf. 4.802, 21.46.    d after Hom., thong or latchet of a sandal, X.An.4.5.14, Ephipp.14.9, Men.109.2, Ev.Marc.1.7.    e rail-rope, Aristag.5.    f well-rope, Poll.10.31, Moer.    g dog-leash, X.Cyn.7.6: prov., ἦσθ' ἱμὰς κύνειος you were tough as a dog-leash, Ar.V.231; also σὺν τῷ κυνὶ καὶ τὸν ἱμάντα Phot.    h whip, scourge, ἔξω τις δότω ἱμάντα Antiph.74.8, cf. Men.Sam.106; ἡ διὰ τῶν ἱ. αἰκεία POxy.1186.2 (iv A.D.), cf. Act.Ap.22.25; ἱμάντες παιδαγωγῶν Lib.Ep.911.2.    i cord, Gal.10.1001, cf. 1.616.    II diseased condition of the uvula, Id.17(1).379.    III ἱμάντες, in Archit., planks laid on rafters, IG12.372.82, 373.236, al., 22.1668.55, 1672.305; on στρωτῆρες (q.v.), ib.463.66. (Cf.Skt. sināti 'bind', Lat. saeta.) [, usually; but also ῑ in Ep., Il.8.544, etc.: in derivs. and compds. always ῐ.]

German (Pape)

[Seite 1252] άντος od. ᾶντος, vgl. Lob. in Wolfs Anal. 3, p. 59, ὁ, der Riemen von Leder, βοός, βόειος, Il. 3, 375. 22, 397; vgl. Il. 10, 262. 21, 30; bes. die Riemen, mit denen die Pferde an den Wagen gespannt od. sonst angebunden wurden, ἵππους μὲν κατέδησαν ἐϋτμήτοισιν ἱμᾶσι φάτνῃ ἐφ' ἱππείῃ 10, 567; ἵππους λῦσαν ὑπὸ ζυγοῦ, δῆσαν δ' ἱμάντεσσι παρ' ἅρμασι 8, 543, vgl. 10, 475. 499; der Z üg el, 23, 324; der Riemen, in dem der Wagenkasten hängt, 5, 727; der Peitschenriemen, ἐφ' ἵπποισιν μάστιγας ἄειραν πέπληγόν θ' ἱμᾶσιν 23, 362; die Riemen, mit denen der Faustkämpfer seine Hände umwickelte, 23, 684; Ap. Rh. 2, 52; Plat. ἱμάντας περιελίττονται Prot. 342 b, vgl. Legg. VIII, 830 b u. Paus. 8, 40; der Riemen, mit dem der Helm unter dem Halse befestigt war, Il. 3, 371. 375; der zauberreiche Gürtel der Aphrodite, 14, 214. 219. In der Od. öfter der Riemen, mit dem man den Thürriegel von innen vorzog, 1, 442. 4, 802. 21, 46. – Ἱμάντι δεθείς Pind. N. 6, 56; von Zügeln, σὺν δ' ἑλίσσεται τμητοῖς ἱμᾶσι, Soph. El. 737; Eur. Hipp. 1245; πλεκτὰς ἱμάντων στροφίδας Andr. 719; κύνειος Ar. Vesp. 231; in Prosa, Xen. Cyr. 6, 2, 32 u. Sp. – Ἱμάντες sind in der Takelage des Schiffes die Riemen, welche die Raaen horizontal halten, vgl. Att. Seew. p. 148 ff. – Das Brunnenseil, Poll. 10, 31; hellenistisch für das att. ἱμονιά, nach Moeris. – Der Schuhriemen. – [ι findet sich Il. 8, 544. 10, 475. 23, 363 Od. 21, 46, wie Ap. Rh. 2, 67 u. a. sp. D.]

Greek (Liddell-Scott)

ἱμάς: ὁ, γεν. ἱμάντος, (οὐχὶ ἱμᾶντος, Ἡρῳδιαν. π. μον. λέξ. σ. 34. 14)· Ἐπικ. δοτ. πληθ. ἱμάντεσσι (ἴδε ἐν τέλ.): ― δερμάτινον λωρίον, κοιν. «λουρί», Ἰλ. Κ. 262, κτλ.· ἱμάντα βοὸς Ἰλ. Γ. 375· βοέους ἱμάντας Χ. 397. 2) κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., οἱ ἱμάντες ἢ τὰ λωρία δι’ ὧν οἱ ἵπποι ἦσαν προσδεδεμένοι εἰς τὸ ἅρμα, Λατ. lora, Θ. 543, Κ. 499, 567. β) αἱ ἡνίαι, ὅπως... τανύσῃ βοέοισιν ἱμᾶσιν Ψ. 324, κτλ.· τμητοῖς ἱμᾶσι Σοφ. Ἠλ. 747, πρβλ. Εὐρ. Ἱππ. 1222. γ) τὰ λωρία δι’ ὧν εἶναι δεδεμένος ὁ δίφρος, Ἰλ. Ε. 727. δ) μάστιξ, ἥτις συνίστατο ἐκ πολλῶν λωρίων, Ψ. 363. ε) τὰ λωρία, δι’ ὧν οἱ πυκτεύοντες περιετύλισσον τὰς χεῖράς των· Λατ. caestus, Ψ. 684 (ἐν μεταγεν. χρόνοις εἶχον ἐμπεπηγμένα καρφία, κτλ., καὶ τότε ἐκαλοῦντο μύρμηκες), πρβλ. Πινδ. Ν. 6. 60, Πλάτ. Πρωτ. 342C. 3) ἐν τῷ ἑνικῷ, ὁ ζωστὴρ ἢ στηθόδεσμος τῆς Ἀφροδίτης, Λατ. cestus, ἧ, καὶ ἀπὸ στήθεσφιν ἐλύσατο κεστὸν ἱμάντα Ἰλ. Ξ. 214. 219· β) τὸ λωρίον, ὅπερ περιδενόμενον ὑπὸ τὴν σιαγόνα ἐκράτει τὴν περικεφαλαίαν ἐν τῇ θέσει αὐτῆς, ἄγχε δέ μιν πολύκεστος ἱμὰς ἁπαλὴν ὑπὸ δειρὴν Γ. 371, 375. γ) ἐν τῇ Ὀδ. λωρίον δι’ οὗ ὁ μοχλὸς ἐσύρετο εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ὅπερ ἔπειτα προσεδένετο εἰς τὴν κορώνην, Ὀδ. Α. 442, (ἴδε Σχολιαστ. καὶ Εὐστ. ἐν τόπῳ), προβλ Δ. 802, Φ. 46. δ) μεθ’ Ὅμ., τὸ λωρίον ὑποδήματος, Ξεν. Ἀν. 4. 5, 14, Ἔφιππος ἐν «Ναυαγῷ» 1. 9, Μένανδρ. ἐν «Δεισιδαίμονι» 2. ε) σχοινίον ἱστίου, Ἀρισταγόρας ἐν «Μαμμακύθῳ» 7. ζ) τὸ σχοινίον δι’ οὗ ἀντλοῦσιν ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος, ἀλλαχοῦ ἱμονιά, Πολυδ. Γ, 31, Μοῖρ. η) λωρίον κυνός, Ξεν. Κυν. 7. 6· ἐντεῦθεν παροιμ., ἱμὰς κύνειός ἐστι, σκληρός, ἰσχυρὸς ὡς λωρίον σκύλου, Ἀριστοφ. Σφ. 231. θ) μάστιξ, ἔξω τις δότω ἱμάντα ταχέως Ἀντιφάν. ἐν «Γανυμήδει» 2. 8. ΙΙ. = ἱμάντωσις ΙΙΙ, Ἀέτ. 2. 4, 43. ΙΙΙ. ἱμάντες, ἐν τῇ οἰκοδομῇ, πιθανῶς = στρωτῆρες, σειρὰ λίθων χρησιμευόντων εἰς σύνδεσιν (ἴδε ἱμάντωσις ΙΙ). Συλλ. Ἐπιγρ. 260, ὅρα Böckh σ. 281. (Ἡ ῥίζα εὕρηται ἐν τῇ Σανσκρ. si, sinomi, sinâmi, (vincio)· ἐντεῦθεν ὡσαύτως, ἱμάσσω, ἱμάσθλη, ἱμονιά, μάσθλη, μάστιξ· Ἀρχ. Σαξ. simo (δεσμός)· Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμ. seil, seid). …, συνήθ.· ἀλλ’ ὡσαύτως ῑ ἐν θέσει τε καὶ ἐν ἄρσει, ἐν Ἰλ. Θ. 544, Κ. 475, Ψ. 363, Ὀδ. Φ. 46, Ἀπολλ. Ρόδ.· ― ἐν τοῖς παραγώγοις καὶ συνθέτοις ἀείποτε ῐ).

French (Bailly abrégé)

άντος (ὁ) :
courroie ; rêne, lanière, ceinture, lacet, laisse.
Étymologie: R. Σι, lier ; cf. skr. sinâmi « je lie ».

English (Slater)

ῐμάς
   1 cestus χεῖρας ἱμάντι δεθεὶς (Tric.: ἱμαντωθεὶς codd.) (N. 6.35)

Spanish

tira, cordón

English (Strong)

perhaps from the same as ἅμα; a strap, i.e. (specially) the tie (of a sandal) or the lash (of a scourge): latchet, thong.

English (Thayer)

ἱμαντος, ὁ (from ἵημι to send; namely, a vessel, which was tied to thongs of leather and let down into a well for the purpose of drawing water; hence, ἱμάω also, to draw something made fast to a thong or rope (recent etymol. connect it with Skt. si to bind; cf. Curtius, § 602; Vanicek, p. 1041)); from Homer down; a thong of leather, a strap; in the N. T. of the thongs with which captives or criminals were either bound or beaten (see προτείνω), Xenophon, anab. 4,5, 14; Plutarch, symp. 4,2, 3; Suidas ἱμάς. σφαιρωτήρ σανδαλιου, ζανιχιον, οἷον τό λωριον τοῦ ὑποδήματος).

Greek Monotonic

ἱμάς: [ῑ], ὁ, γεν. ἱμάντος, δοτ. πληθ. ἱμᾶσι, Επικ. ἱμάντεσσι·
I. 1. δερμάτινο λουρί ή κορδόνι, σε Ομήρ. Ιλ.· στον πληθ., σχοινιά με τα οποία συνδέονται τα άλογα με το άρμα, στο ίδ.· επίσης, ηνία, χαλινάρια, στο ίδ., σε Σοφ., Ευρ.
2. λωρίδες, λουριά με τα οποία ήταν συνδεδεμένο το σώμα του άρματος, σε Ομήρ. Ιλ.
3. μαστίγιο από πολλά λουριά, στο ίδ.
4. λουρί δεσίματος γροθιάς πυγμάχου, στο ίδ.
II. 1. στον ενικ., μαγική ζώνη, ζωστήρας ή στηθόδεσμος της Αφροδίτης, Λατ. cestus, στο ίδ.
2. λουρί που δενόταν κάτω από το πηγούνι για να κρατείται το κράνος, περικεφαλαία, στο ίδ.
3. στην Ομήρ. Οδ., λουρί μέσω του οποίου συρόταν ο μοχλός στη θέση του και το οποίο δενόταν έπειτα στην κορώνην, σε Ομήρ. Οδ.
4. μετά τον Όμηρ., λουρί ή κορδόνι σανδαλιού, υποδήματος, σε Ξεν.
5. λουρί σκύλου, στον ίδ.· παροιμ., ἱμὰς κύνειός ἐστι, είναι τόσο δυνατός, σκληρός όσο το λουρί του σκύλου, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἱμάς: άντος и ᾶντος (ῐ, редко ῑ) ὁ (эп. dat. pl. ἱμᾶσι и ἱμάντεσσι)
1) кожаный ремень (κύνειος Arph.; συνελιττόμενος Arst.): ἱ. βοός Hom. ремень из воловьей шкуры;
2) ременная постромка: ἵππους δῆσαν ἱμάντεσσι παρ᾽ ἅρμασιν Hom. (троянцы) привязывали коней постромками к повозкам;
3) повод, вожжа (τανύειν βοέοισιν ἱμᾶσιν Hom.);
4) pl. ременный переплет кузова: δίφρος ἱμᾶσιν ἐντέταται Hom. кузов колесницы был подтянут ремнями;
5) ременный кнут, бич: πέπληγον ἱμᾶσιν Hom. (возницы) стегнули (коней) бичами;
6) pl. гиманты (лат. caestus, ремни, которыми обматывалась у кулачных бойцов кисть): ἱμάντες βοός Hom. гиманты из воловьей кожи; ἱμάντας περιελίττεσθαι Plat. обмотаться гимантами (для кулачного боя);
7) ремень у шлема (для укрепления шлема на голове): ἄγχε μιν ἱ. ὑπὸ δειρήν Hom. его стиснул шейный ремень;
8) пояс (ὑπεζωσμένοι ἱμάντας Plut.): ἐλύσατο ἱμάντα Hom. (Афродита) развязала пояс;
9) ременная завязка (λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων τινός NT): ἱμάντα ἀπέλυσε κορώνης Hom. (Пенелопа) сняла ременную завязку с (дверного) кольца;
10) pl. путы (προτείνειν τινὰ τοῖς ἱμᾶσιν NT): ἱμάντων στροφίδες Eur. ременные путы.

Middle Liddell


I. a leathern strap or thong, Il.: in pl. the traces by which horses were attached to the chariot, Il.: also, the reins, Il., Soph., Eur.
2. the straps on which the body of the chariot was hung, Il.
3. the lash of a whip, Il.
4. the caestus of boxers, consisting of straps put round the hand, Il.
II. in sg. the magic girdle of Aphrodite, Lat. cestus, Il.
2. the chin-strap of the helmet, Il.
3. in Od. a latchet or thong, by which the bolt was shot home into the socket, and which was then fastened to the κορώνη, Od.
4. after Hom. the thong or latchet of a sandal, Xen.
5. a dog-leash, Xen.: proverb., ἱμὰς κύνειός ἐστι he's as tough as a dog- leash, Ar.