Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴπνη

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἴπνη Medium diacritics: ἴπνη Low diacritics: ίπνη Capitals: ΙΠΝΗ
Transliteration A: ípnē Transliteration B: ipnē Transliteration C: ipni Beta Code: i)/pnh

English (LSJ)

ἡ,

   A woodpecker, Ant.Lib.21.6; cf. ἴππα (ἵπτα cod.): = δρυοκόλαψ, Hsch.: ἰπνή· ἐφιππίς (Sicel), Id.

German (Pape)

[Seite 1257] ἡ, ein Vogel, der Baumhacker, Baumkletterer, Anton. Lib. 21.

Greek (Liddell-Scott)

ἴπνη: ἡ, (ἴπτομαι) πτηνόν τι, ὅπερ τύπτει διὰ τοῦ ῥάμφους τοὺς φλοιοὺς τῶν δένδρων (ἴσως δρυοκολάπτης), Ἀντών. Λιβερ. 21: - ἴππα· πιπὼ ἀμφίβ. παρ’ Ἡσυχ.

Greek Monolingual

ἴπνη, ἡ (Α)
πτηνό που χτυπά με το ράμφος του τους φλοιούς τών δέντρων, ίσως ο δρυοκολάπτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Εικάζεται κάποια σχέση με τα ἴππα και σίττη, που δηλώνουν το ίδιο πτηνό].

Greek Monolingual

ἰπνή, ἡ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «ἐφιππίς
Σικελοί».

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: name of a bird (Boios ap. Ant. Lib. 21, 6);
Derivatives: besides ἵππα (because of the alphab. order rather with Vossius * ἵπτα) and ἵττα δρυοκόλαψ, ἐθνικῶς H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἵττα recalls σίττη, s. v.; further unclear. Cf. Solmsen Wortforsch. 173 n. 2.

Frisk Etymology German

ἴπνη: {ípnē}
Grammar: f.
Meaning: N. eines Vogels (Boios ap. Ant. Lib. 21, 6);
Derivative: daneben ἵππα (nach der alphab. Folge eher mit Vossius ἵπτα) und ἵττα· δρυσκόλαψ, ἐθνικῶς H.
Etymology : An ἵττα erinnert σίττη, s. d.; sonst dunkel. Vgl. Solmsen Wortforsch. 173 A. 2.
Page 1,732