Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴττω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἴττω Medium diacritics: ἴττω Low diacritics: ίττω Capitals: ΙΤΤΩ
Transliteration A: íttō Transliteration B: ittō Transliteration C: itto Beta Code: i)/ttw

English (LSJ)

Boeot. for ἴστω, 3sg. imper. of οἶδα, esp. in phrase ἴττω Ζεύς Zeus

   A be witness! says Cebes the Theban in Pl.Phd.62a; Θήβαθεν ἴττω Δεύς, and ἴττω Ἡρακλῆς, says the Boeotian in Ar.Ach.911,860, cf. Pl.Ep.345a.

German (Pape)

[Seite 1274] böot. = ἴστω, imperat. von οἶδα; ἴττω Ζεύς, ἴττω Ἡρακλῆς, Ar. Ach. 910; vgl. Plat. Epist. VII, 345 a.

Greek (Liddell-Scott)

ἴττω: Βοιωτ. ἀντὶ ἴστω, γ΄ ἑνικ. προστ. τοῦ οἶδα, ἰδίως ἐν τῇ φράσει ἴττω Ζεύς, ἔστω μάρτυς ὁ Ζεύς, λέγει Κέβης ὁ Θηβαῖος ἐν Πλάτ. Φαίδ. 62 Α· Θήβαθεν ἴττω Ζεὺς καὶ ἴττω Ἡρακλῆς, λέγει ὁ Βοιωτὸς ἐν Ἀριστοφ. Ἀχ. 911, 860· πρβλ. Πλάτ. Ἐπιστ. 345Α, Valck. εἰς Εὐρ. Φοιν. 1671 (1677), καὶ ἴδε τὴν λέξιν ἴστωρ.

French (Bailly abrégé)

3ᵉ sg. impér. pf. béot. de *εἴδω.

Greek Monolingual

ἴττω (Α)
(βοιωτ. τ. του γ' εν. προστ. του οἶδα αντί ἴστω, ειδ. ως όρκος) ας γνωρίζει, δηλ. ας είναι μάρτυρας (α. «ἴττω Ζεύς», Πλάτ.
β. «ἴττω Ἡρακλῆς», Αριστοφ.).

Greek Monotonic

ἴττω: Βοιωτ. αντί ἴστω, γʹ ενικ. προστ. του οἶδα· ἴττω Ζεύς, ο Δίας ας είναι μάρτυρας! μάρτυράς μου ο Δίας!, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἴττω: (= ἴστω) беот. (3 л. sing. imper. к *εἴδω) пусть знает: ἴ. Ζεύς! Plat., Xen. Зевс свидетель!, клянусь Зевсом!

Middle Liddell

[Boeot. for ἴστω, 3rd sg. imperat. of οἶδα
ἴττω Ζεύς Zeus be witness! Ar., Plat.