Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀτοτύζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀτοτύζω Medium diacritics: ὀτοτύζω Low diacritics: οτοτύζω Capitals: ΟΤΟΤΥΖΩ
Transliteration A: ototýzō Transliteration B: ototyzō Transliteration C: ototyzo Beta Code: o)totu/zw

English (LSJ)

   A cry ὀτοτοῖ, wail aloud, Ar.Pax1011, Th.1081, Schwyzer 323C35 (Delph., iv B. C.): fut. ὀτοτύξομαι Ar.Lys.520:—Pass., to be bewailed, ὀτοτύζεται . . A.Ch.327 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 405] auch ὀττοτύζω, fut. ὀτοτύξεσθαι, Ar. Lys. 520, ὀτοτοῖ rufen, wehklagen, jammern; absolut, Ar. Pax 976 Th. 1082; c. acc., dah. auch pass. ὀτοτύζεται ὁ θανών, Aesch. Ch. 324.

Greek (Liddell-Scott)

ὀτοτύζω: κράζω ὀτοτοῖ, θρηνῶ μεγαλοφώνως, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1011, Θεσμ. 1081, μέλλ. ὀτοτύξομαι, ὁ αὐτ. Λυσ. 520. - Παθ., θρηνοῦμαι, ὀτοτύζεται ... Αἰσχύλ. Χο. 329. Πρβλ. ἀν-, ἐποτοτύζω.

French (Bailly abrégé)

f. ὀτοτύξομαι, ao. et pf. inus.
se lamenter, se plaindre, déplorer ; Pass. être pleuré.
Étymologie: ὀτοτοῖ.

Greek Monolingual

ὀτοτύζω (Α) οτοτοί
1. κράζω, ξεφωνίζω οτοτοί, θρηνώ μεγαλόφωνα, ολοφύρομαι
2. παθ. ὀτοτύζομαι
θρηνούμαι, μέ θρηνούν («ὀτοτύζεται δ' ὁ θνῄσκων», Αισχύλ.).

Greek Monotonic

ὀτοτύζω: μέλ. -ξομαι, θρηνώ γοερά, σε Αριστοφ.· μέλ. ὀτοτύξομαι, στον ίδ. — Παθ., θρηνούμαι, με θρηνολογούν, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ὀτοτύζω: (fut. ὀτοτύξομαι) кричать ὀτοτοῖ, вопить от горя, громко рыдать Arph.: ὀτοτύζεται ὁ θνῄσκων Aesch. умирающий кричит от боли.

Middle Liddell


to wail aloud, Ar.; fut. ὀτοτύξομαι, Ar.:—Pass. to be bewailed, Aesch.