Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμαιμοσύνη

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ὁμαιμοσύνη Medium diacritics: ὁμαιμοσύνη Low diacritics: ομαιμοσύνη Capitals: ΟΜΑΙΜΟΣΥΝΗ
Transliteration A: homaimosýnē Transliteration B: homaimosynē Transliteration C: omaimosyni Beta Code: o(maimosu/nh

English (LSJ)

ἡ, = sq., APl.4.128.

German (Pape)

[Seite 328] ἡ, Blutsverwandtschaft, Ep. ad. 306 (Plan. 128).

Greek (Liddell-Scott)

ὁμαιμοσύνη: ἡ, = τῷ ἑπομ., Ἀνθ. Πλαν. 128.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
parenté par le sang.
Étymologie: ὅμαιμος.

Greek Monolingual

η (Α ὁμαιμοσύνη) όμαιμος
η ιδιότητα του ομαίμου, η εξ αίματος συγγένεια.

Greek Monotonic

ὁμαιμοσύνη: ἡ, συγγένεια εξ αίματος, σε Ανθ.

Middle Liddell

ὁμαιμοσύνη, ἡ, [from ὅμαιμος
blood-relationship, Anth.