Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὅμαιμος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ὅμαιμος Medium diacritics: ὅμαιμος Low diacritics: όμαιμος Capitals: ΟΜΑΙΜΟΣ
Transliteration A: hómaimos Transliteration B: homaimos Transliteration C: omaimos Beta Code: o(/maimos

English (LSJ)

ον,

   A of the same blood, related by blood, Hdt.1.151, 8.144, Cratin.433, Pl.Com. 192, etc. ; αἷμα A.Eu.653 ; φόνος ὅ. murder by one near of kin, ib. 212.    2 mostly as Subst., ὅμαιμος, ὁ or ἡ, brother or sister, Id.Th. 681, Eu.605, etc. ; σῆς ὁ. καὶ κασιγνήτης S.El.12 ; τὴν σὴν ὅ. ib.325, cf. BMus.Inscr.1036.6 (Caria, ii/i B. C.) : Boeot. gen. pl. ὁμήμων Corinn.Supp.2.68.

German (Pape)

[Seite 328] von demselben Blute, blutsverwandt; τὸ μητρὸς αἷμ' ὅμαιμον ἐκχέας πέδῳ, Aesch. Eum. 623, vgl. 203; bes. Bruder, Schwester, Her. 1, 151. 8, 144; ἀνδροῖν δ' ὁμαίμοιν θάνατος, Aesch. Spt. 663; Soph. O. C. 1769; ὅμαιμος ἐκ μιᾶς τε καὶ ταὐτοῦ πατρός, Ant. 509; πρὸς σῆς ὁμαίμου καὶ κασιγνήτης, El. 12; Eur. oft; einzeln bei Sp., ὅμ. ἀνήρ, Luc. Calumn. 28.

Greek (Liddell-Scott)

ὅμαιμος: -ον, ἐκ τοῦ αὐτοῦ αἵματος, συγγενὴς ἐξ αἵματος, Λατ. consanguineus, Ἡρόδ. 1. 151., 8. 144, Αἰσχύλ. Εὐμ. 653, κτλ.· φόνος ὅμ., ὑπὸ συγγενοῦς πραττόμενος, αὐτόθι 212. 2) κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς οὐσιαστ. ὅμαιμος, ὁ ἢ ἡ, ἀδελφὸς ἢ ἀδελφή, ὁ αὐτ. ἐν Θηβ. 681, Εὐμ. 605, κτλ.: ἐκ παραλλήλου μετὰ τοῦ κασιγνήτη, σῆς ὁμαίμου καὶ κασιγνήτης Σοφ. Ἠλ. 12· τὴν σὴν ὅμ. αὐτόθι 325. Πρβλ. ὁμαίμων. - Ἴδε Κόντου Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 176-177.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui est de même sang ; ὁ, ἡ ὅμαιμος, frère ou sœur;
2 qui concerne un parent par le sang : φόνος ὅμαιμος ESCHL meurtre d’un parent.
Étymologie: ὁμός, αἷμα.

Greek Monotonic

ὅμαιμος: -ον (αἷμα),·
1. αυτός που έχει το ίδιο αίμα, συγγενής εξ αίματος, Λατ. consanguineus, σε Ηρόδ., Αισχύλ.· φόνος ὅμαιμος, φόνος που διαπράχθηκε από κάποιον συγγενή, σε Αισχύλ.
2. ως ουσ., ὅμαιμος, ή , αδελφός ή αδελφή, στον ίδ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὅμαιμος: II ὁ и ἡ кровный родственник, преимущ. брат или сестра (ὅμαιμοι καὶ συγγενεῖς Plut.): ὅ. ἐκ μιᾶς τε καὶ ταύτοῦ πατρός Soph. единокровный и единоутробный брат.
единокровный, т. е. родственный (αἷμα Aesch.): φόνος ὅ. Aesch. убийство кровного родственника; ἀνὴρ ὅ. Luc. родственник.

Middle Liddell

ὅμ-αιμος, ον, αἷμα
1. of the same blood, related by blood, Lat. consanguineus, Hdt., Aesch.; φόνος ὅμ. murder by one near of kin, Aesch.
2. as Subst., ὅμαιμος, a brother or sister, Aesch., Soph.