Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁσιωτήρ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὁσιωτήρ Medium diacritics: ὁσιωτήρ Low diacritics: οσιωτήρ Capitals: ΟΣΙΩΤΗΡ
Transliteration A: hosiōtḗr Transliteration B: hosiōtēr Transliteration C: osiotir Beta Code: o(siwth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ,

   A consecrator, the name given at Delphi to the victim offered when one of the priests called ὅσιοι was appointed, Plu.2.292d.

German (Pape)

[Seite 395] ῆρος, ὁ, das Opferthier, welches geschlachtet wird, wenn der Priester gewählt ist, in Delphi, Plut. quaest. graec. 9.

Greek (Liddell-Scott)

ὁσιωτήρ: ῆρος, ὁ, οὕτως ἐκαλεῖτο τὸ ἱερεῖον τὸ θυόμενον ὅτε τις τῶν ἱερέων ἐν Δελφοῖς διωρίζετο εἰς τὴν τάξιν τῶν ὁσίων, ἦσαν δὲ οἱ ὅσιοι πέντε καὶ συνιερούργουν μετὰ τῶν προφητῶν, Πλουτ. 2. 292D.

French (Bailly abrégé)

τῆρος (ὁ) :
victime offerte pour l’ordination ou l’installation d’un prêtre, à Delphes.
Étymologie: ὁσιόω.

Greek Monolingual

ὁσιωτήρ, -ῆρος, ὁ (Α)
(για το ζώο που θυσιαζόταν όταν κάποιος από τους ιερείς διοριζόταν στην τάξη τών οσίων) αυτός που καθοσιώνει κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁσιῶ + επίθημα -τήρ (πρβλ. ορθω-τήρ)].

Russian (Dvoretsky)

ὁσιωτήρ: ῆρος ὁ животное, приносимое в жертву по случаю назначения нового жреца в Дельфах (см. ὅσιος
4) Plut.