Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑδατοπότης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὑδᾰτοπότης Medium diacritics: ὑδατοπότης Low diacritics: υδατοπότης Capitals: ΥΔΑΤΟΠΟΤΗΣ
Transliteration A: hydatopótēs Transliteration B: hydatopotēs Transliteration C: ydatopotis Beta Code: u(datopo/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A water-drinker, Phryn.Com.69; cf. ὑδροπότης.

German (Pape)

[Seite 1172] ὁ, der Wassertrinker, Ath. II, 44.

Greek (Liddell-Scott)

ὑδᾰτοπότης: ὁ, ὁ πίνων ὕδωρ, ἴδε ὑδροπότης.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
buveur d’eau.
Étymologie: ὕδωρ, πίνω.

Greek Monolingual

ὁ, Α
ο υδροπότης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὕδωρ, ὕδατος + -πότης (< πότης < πίνω), πρβλ. οινο-πότης.

Greek Monotonic

ὑδᾰτοπότης: ὁ, αυτός που πίνει νερό, πότης νερού.

Middle Liddell

ὑδᾰτο-πότης, ου, ὁ,
a water-drinker.