καυνάκης: Difference between revisions

From LSJ

Κινδυνεύουσι γὰρ ὅσοι τυγχάνουσιν ὀρθῶς ἁπτόμενοι φιλοσοφίας λεληθέναι τοὺς ἄλλους ὅτι οὐδὲν ἄλλο αὐτοὶ ἐπιτηδεύουσιν ἢ ἀποθνῄσκειν τε καὶ τεθνάναι → Actually, the rest of us probably haven't realized that those who manage to pursue philosophy as it should be pursued are practicing nothing else but dying and being dead (Socrates via Plato, Phaedo 64a.5)

Source
(2b)
(2)
Line 27: Line 27:
{{elru
{{elru
|elrutext='''καυνάκης:''' ου (νᾰ) ὁ шуба (верхняя меховая одежда у персов и вавилонян) Arph.
|elrutext='''καυνάκης:''' ου (νᾰ) ὁ шуба (верхняя меховая одежда у персов и вавилонян) Arph.
}}
{{etym
|etymtx=See also: s. [[γαυνάκης]].
}}
}}

Revision as of 01:52, 3 January 2019

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καυνάκης Medium diacritics: καυνάκης Low diacritics: καυνάκης Capitals: ΚΑΥΝΑΚΗΣ
Transliteration A: kaunákēs Transliteration B: kaunakēs Transliteration C: kavnakis Beta Code: kauna/khs

English (LSJ)

[ᾰ], ου, ὁ,

   A thick cloak, Ar.V.1137; κ. πορφυροῦς Men.972; said to be of Persian or Babylonian make, Arr.An.6.29.5, Poll.7.59, cf. Sch.Ar.l.c., Semus 20, PCair.Zen.48.3 (iii B.C.), PHib.1.121.11 (iii B.C.):—also καυνάκη, ἡ, PSI6.605 (iii B.C.); cf. γαυνάκη (which is also found in codd. of Peripl.M.Rubr.6):—Dim. καυνάκιον, τό, Zonar. (Assyr. gaunakka 'frilled and flounced mantle'.)

Greek (Liddell-Scott)

καυνάκης: ᾰ, ου, ὁ, παχὺ ἐπανωφόριον, χλαῖνα, σισύρα, Ἀριστοφ. Σφ. 1137· κ. πορφυροῦς Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 509· λεγόμενον Περσικῆς ἢ Βαβυλωνιακῆς κατασκευῆς, διὸ καὶ ὁ Σχολ. (Ἀριστοφ. Σφ. 1137) «βαρβαρικὸν φόρημα»· «στρώματα ἢ ἐπιβόλαια ἑτερομαλλῆ» Ἡσύχ., πρβλ. Ἀρρ. Ἀνάβ. 6. 29, 8, Πολυδ. Ζ΄, 59, πρβλ. Casaub. εἰς Ἀθήν. 622C· φέρεται: γαυνάκης ἐν Κλήμ. Ἀλ. 216, Ζωναρ.- Ὑποκορ. καυνάκιον, τό, Ζωναρ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
sorte de manteau épais, pelisse d’origine perse.
Étymologie: DELG iranien gaunaka « poilu » ; le lat. a emprunté gaunacum, gaunaca au grec.

Greek Monolingual

καυνάκης, ὁ (Α)
χοντρό πανωφόρι, χλαίνη, περσικής ή βαβυλωνιακής κατασκευής («καυνάκης πορφυροῡς», Μέν.)
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γαυνάκης.

Greek Monotonic

καυνάκης: [ᾰ], -ου, ὁ, χοντρό πανωφόρι, πυκνός μανδύας, σε Αριστοφ. (πιθ. περσική λέξη).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καυνάκης -ου, ὁ bontjas (Perzisch).

Russian (Dvoretsky)

καυνάκης: ου (νᾰ) ὁ шуба (верхняя меховая одежда у персов и вавилонян) Arph.

Frisk Etymological English

See also: s. γαυνάκης.