προπροκυλίνδομαι: Difference between revisions
κακῷ δέ τῳ προσεικάζω τάδε → I think this looks like mischief, these things sound ominous to me, these things sound evil to me, I consider these things ominous, I liken these things to something bad
(4) |
(1b) |
||
Line 33: | Line 33: | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''προπροκῠλίνδομαι:''' падать, валиться (к ногам): προπροκυλινδόμενος [[Διός]] Hom. валяясь в ногах у (т. е. слезно умоляя) Зевса. | |elrutext='''προπροκῠλίνδομαι:''' падать, валиться (к ногам): προπροκυλινδόμενος [[Διός]] Hom. валяясь в ногах у (т. е. слезно умоляя) Зевса. | ||
}} | |||
{{mdlsj | |||
|mdlsjtxt=<br />Pass. to [[keep]] [[rolling]] [[before]] [[another]], [[roll]] at his feet, c. gen., προπροκυλινδόμενος πατρὸς [[Διός]] Il.; absol. [[roaming]] on for [[ever]], Od. | |||
}} | }} |
Revision as of 00:30, 10 January 2019
English (LSJ)
Pass.,
A keep rolling before another(as a suppliant), roll at his feet, c. gen., προπροκυλινδόμενος πατρὸς Διός Il.22.221; δεῦρο τόδ' ἵκετο πήματα πάσχων π. wandering from place to place, Od.17.525.
German (Pape)
[Seite 741] das verstärkte προκυλίνδομαι, pass.; sich winden, τινός, sich vor Jemandes Füßen flehend wälzen, Il. 22, 221; sich fort u. fort in bedrängter Lage umhertreiben, umherirren, Od. 17, 525, einzeln bei sp. D., wie Opp. Hal. 1, 167.
Greek (Liddell-Scott)
προπροκῠλίνδομαι: Παθ., ἐξακολουθῶ νὰ κυλίωμαι ἔμπροσθέν τινος (ὡς ἱκέτης), κυλίομαι παρὰ τοὺς πόδας τινός, προσπίπτω καὶ ἱκετεύω τινά, μετὰ γεν., προπροκυλινδόμενος πατρὸς Διὸς Ἰλ. Χ. 221· οὕτω καί, δεῦρ’ ἵκετο πήματα πάσχων πρ. Ὀδ. Ρ. 525, κατὰ τὸν Εὐστ.· ἀλλ’ ἕτεροι σχολιασταί, ἐπειδὴ ὁ Ὀδυσσεὺς οὐδέποτε οὕτως ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, ἑρμηνεύουσι «πλανώμενος, μετὰ κακοπαθείας ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν φερόμενος».
French (Bailly abrégé)
c. προκυλίνδομαι.
English (Autenrieth)
roll (as suppliant) before, Διός, Il. 22.221; ‘wander from place to place,’ Od. 17.525.
Greek Monolingual
Α
(επικ. τ.) (ως επιτατικό του κυλίνδομαι)
1. εξακολουθώ να κυλιέμαι μπροστά στα πόδια κάποιου ως ικέτης, ικετεύω επίμονα κάποιον
2. περιφέρομαι συνεχώς από πόλη σε πόλη υφιστάμενος κακουχίες και απροστάτευτος.
Greek Monotonic
προπροκῠλίνδομαι: Παθ., εξακολουθώ να κυλιέμαι μπροστά από κάποιον, κυλιέμαι στα πόδια του, με γεν., προποκυλινδόμενος πατρὸς Διός, σε Ομήρ. Ιλ.· απόλ., πλανώμαι ατέρμονα, σε Ομήρ. Οδ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
προ-προκυλίνδομαι zich heen en weer wentelen (voor): met gen..; προπροκυλινδόμενος πατρὸς Διός zich voor vader Zeus in het stof wentelend Il. 22.221; abs. rondzwerven:. πήματα πάσχων προπροκυλινδόμενος na al rondzwervend leed ondervonden te hebben Od. 17.525.
Russian (Dvoretsky)
προπροκῠλίνδομαι: падать, валиться (к ногам): προπροκυλινδόμενος Διός Hom. валяясь в ногах у (т. е. слезно умоляя) Зевса.
Middle Liddell
Pass. to keep rolling before another, roll at his feet, c. gen., προπροκυλινδόμενος πατρὸς Διός Il.; absol. roaming on for ever, Od.