plan: Difference between revisions
From LSJ
(3) |
(nlel) |
||
Line 14: | Line 14: | ||
{{esel | {{esel | ||
|sltx=[[ἐγχείρημα]], [[διαγραφή]], [[διάνοια]], [[ἐνθύμημα]], [[βούλημα]], [[ἀρχιτεκτόνημα]], [[ἐνθύμησις]] | |sltx=[[ἐγχείρημα]], [[διαγραφή]], [[διάνοια]], [[ἐνθύμημα]], [[βούλημα]], [[ἀρχιτεκτόνημα]], [[ἐνθύμησις]] | ||
}} | |||
{{nlel | |||
|nleltext=[[βούλευμα]], [[βουλή]], [[γνώμη]], [[παρασκευή]], [[πλοκή]], [[προαίρεσις]] | |||
}} | }} |
Revision as of 10:50, 10 January 2019
English > Greek (Woodhouse)
subs.
P. and V. γνώμη, ἡ, βουλή, ἡ, βούλευμα, τό, ἔννοια, ἡ (Plat.), ἐπίνοια, ἡ, Ar. and P. διάνοια, ἡ; see also devise. Outline: P. ὑπογραφή, ἡ, τύπος, ὁ, περιγραφή, ἡ. Way, method: P. and V. τρόπος, ὁ. Means: P. and V. πόρος, ὁ. v. trans. or absol. P. also V. βουλεύειν, νοεῖν, ἐννοεῖν, Ar. and P. διανοεῖσθαι, ἐπινοεῖν. Contrive: P. and V. συντιθέναι, μηχανᾶσθαι, τεχνᾶσθαι, τεκταίνεσθαι, πορίζειν, ἐκπορίζειν; see contrive.
German > Latin
[2] plan, planus (eig. u. uneig.). – apertus (uneig., deutlich, verständlich; beide z.B. narratio). – Adv. (uneig.) plane; aperte; plane atque aperte (z.B. reden, dicere).
Spanish > Greek
ἐγχείρημα, διαγραφή, διάνοια, ἐνθύμημα, βούλημα, ἀρχιτεκτόνημα, ἐνθύμησις