Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρασκευή

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: παρασκευή Medium diacritics: παρασκευή Low diacritics: παρασκευή Capitals: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Transliteration A: paraskeuḗ Transliteration B: paraskeuē Transliteration C: paraskevi Beta Code: paraskeuh/

English (LSJ)

ἡ, A preparation, δείπνου Hdt.9.82; παρασκευὴν σίτου παραγγείλας having ordered corn to be prepared, Id.3.25, cf. Pl.R.369e; π. νεῶν Ar.Ach.190; ἐν τούτῳ παρασκευῆς ἦσαν in this state of preparation, Th.2.17; preparation, practice, as of a speaker preparing his speech, Isoc.4.13, X.Mem.4.2.6; ἡ π. τῆς πραγματείας Plb.3.26.5 (elsewh. προκατασκευή, q.v.); λέγειν ἀπὸ παρασκευῆς, opp. αὐτοσχεδίως, Alex.Fig.1.2; also, in a speech, preparatory section, D.H.Is.15 (pl.); cf. παρασκευάζω A. 3 fin. b with Preps., ἐκ παρασκευῆς of set purpose, by arrangement, Antipho 6.19, Lys.31.30; μάχη ἐγένετο ἐκ π. a pitched battle, Th.5.56; ἀπὸ παρασκευῆς Id.1.133; ἀπὸ π. οὐδεμιᾶς Antipho 5.22; δι' ὀλίγης παρασκευῆς at short notice, offhand, Th.4.8; τὸ ναυτικὸν ἐν π. ἦν Id.2.80; ἦσαν ἐν π. πολέμου were engaged in preparing for it (cf. κατασκευή), Id.8.14; ἐν παρασκευῇ εἶναι Arist.Rh.1382b3; μετὰ παρασκευῆς πλείστης ἠδίκησεν Id.Rh.Al.1427a4; ἄνευ παρασκευῆς Pl.Ep.326a. 2 providing, procuring, φίλων καὶ οὐσίας Id.R.361b; ὑγιείας σώματι π. Id.Lg.962a; way or means of providing, τίς… τέχνη τῆς π. τοῦ μηδὲν ἀδικεῖσθαι; Id.Grg.510a; δύ' εἶναι τὰς π. ἐπὶ τὸ θεραπεύειν ib.513d; in E.Ba.457, λευκὴν… χροιὰν εἰς παρασκευὴν ἔχεις, ἐκ π. shd. be read. 3 intrigue, cabal, for the purpose of gaining a verdict or carrying a measure, Cratin.185, Antipho 5.79, And. 1.1, Lys. 12.75, al., D.43.32. II that which is prepared, equipage, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη π. Pl.R. 495a, cf. X.Cyr.8.3.14. 2 freq. in military sense (v. supr. 1.1), armament, And.1.107, Th.6.31, X.Ages.1.13, HG5.2.23; ἵπποι καὶ ὅπλα καὶ ἡ ἄλλη π. Th.2.100, cf. 5.17; γίγνεσθαι τὰς παρασκευὰς ἐποίης αI got the armaments ready for service, D.18.102; αἱ πρὸς πόλεμον π. Arist.Rh.1383b3. 3 generally, power, means, Th.1.1; natural equipment, Arr.Epict.1.2.30, 2.19.30; φύσις καὶ π. ib.4.8.42, cf. 1.6.37; of the physical constitution of a new-born infant, Gal. 6.32; of mental faculties, predisposition, δύναμις καὶ π. Plot.4.6.3. III among the Jews, the day of Preparation, before the sabbath of the Passover, Ev.Marc.15.42, Ev.Jo.19.14,31, etc.; ἡμέρα παρασκευῆς Ev.Luc.23.54.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 498] ἡ, Zubereitung, Vorbereitung; bes. Rüstung zum Kriege, Thuc. 2, 100; νεῶν, Ar. Ach. 190; τηλικοῦτον πόλεμον τῷ μήκει τοῦ χρόνου καὶ τῷ πλήθει τῶν παρασκευῶν, Isocr.; ἡ περὶ τὰ πολεμικά, Pol. 4, 7, 7; τὸ ναυτικὸν ἐν παρασκευῇ ἦν, Thuc. 2, 80. Auch das Gepäck des Feldherrn, Her. 9, 82. Vorbereitung, auf die Rede, Isocr. 4, 13; Vorübung, Lys. 12, 75; παρασκευαὶ γίγνονται, 3, 2; – ἐκ παρασκευῆς, mit Vorsatz oder Absicht, γίγνεται ὁ θάνατος, Antiph. 6, 19; μάχη μὲν οὐδεμία ἐγένετο ἐκ παρασκευῆς, Thuc. 5, 56; ἐκ παρασκευῆς μηνύειν, Lys. 13, 22; ἀπὸ παρασκευῆς, im Ggstz von ἀπὸ τύχης, Lys. 21, 10; vgl. Thuc. 3, 133; übh. Vorbereitungen, Vorkehrungen, die man trifft, um Etwas zu erreichen, ὑγιείας, Plat. Legg. XII, 962 a, u. oft bei Rednern; ἐπί τι, Plat. Gorg. 513 d; τοῦ ζῆν, Polit. 307 e.

Greek (Liddell-Scott)

παρασκευή: ἡ, ἑτοιμασία, δείπνου Ἡρόδ. 9· 82· παρασκευὴν σίτου προαγγέλλω, παραγγέλλω νὰ ἑτοιμασθῇ σῖτος, ὁ αὐτ. 3. 25· ἡ τῆς τροφῆς π. Πλάτ. Πολ. 369Ε, κτλ.· π. νεῶν Ἀριστοφ. Ἀχ. 190· ἐν τούτῳ παρασκευῆς ἦσαν, ἐν ταύτῃ τῇ καταστάσει τῆς ἑτοιμασίας, Θουκ. 2. 17· ―ἑτοιμασία, ἄσκησις, οἷον ἐπὶ ῥήτορος παρασκευάζοντος τὸν λόγον ὃν μέλλει νὰ ἀπαγγείλῃ, Ἰσοκρ. 43C, Λυσ. 127. 7, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2, 6· π. ἐπί τι Πλάτ. Γοργ. 513D· ἡ π. τῆς πραγματείας Πολύβ. 3. 26, 5· ἴδε προκατασκευὴ ἐν Ι. 13, 7. β) μετὰ προθέσεων, ἐκ παρασκευῆς, ἐκ προμελέτης, ἐκ προθέσεως, Λατ. ex instituto, Ἀντιφῶν 143. 33, Λυσ. 189. 34· μάχη ἐγένετο ἐκ παρ., ἐκ παρατάξεως, κανονικὴ μάχη, Θουκ. 5. 56· οὕτως, ἀπὸ παρασκευῆς ὁ αὐτ. 1. 133· ἀπὸ π. οὐδεμιᾶς Ἀντιφῶν 132. 5· δι’ ὀλίγης παρασκευῆς, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, ἐκ τοῦ προχείρου, Θουκ. 4. 8· τὸ ναυτικὸν ἐν π. ἦν ὁ αὐτ. 2. 80· ἦσαν ἐν π. πολέμου, ἦσαν ἐνησχολημένοι εἰς ἑτοιμασίαν δι’ αὐτὸν (πρβλ. κατασκευή), ὁ αὐτ. 8. 14, πρβλ. Ἡρόδ. 7. 18· ἐν παρασκευῇ εἶναι Ἀριστ. Ρητ. 2. 5, 6· μετὰ παρασκευῆς ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 5, 4· ἄνευ παρασκευῆς Πλάτ. Ἐπιστ. 326Α. 2) τὸ πορίζεσθαι, διὰ παρασκευὴν φίλων καὶ οὐσίας Πλάτ. Πολ. 361Β· ὑγιείας σώματι π. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 962Α· προπαρασκευή, πᾶν τοὐναντίον οὑτωσὶ ἡ παρασκευὴ ἔσται αὐτῷ ἐπὶ τὸ οἵῳ τε εἶναι ὡς πλεῖστα ἀδικεῖν ... ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 510Ε· δύ’ εἶναι τὰς παρασκευὰς ἐπὶ τὸ θεραπεύειν αὐτόθι 513D· ― οὕτως ἐν Εὐριπ. Βάκχ. 457, λευκὴν ... χροιὰν ἐς παρασκευὴν ἔχεις, φαίνεται ὅτι σημαίνει: ὅπως ἐπιτύχῃς τοῦ σχεδίου σου, δηλ. ἀπατήσῃς, ἴδε Ἕρμανν. ἐν τόπῳ. 3) ἑτοιμασία, τεχνάσματα ἃ ἐπινοεῖ τις ὅπως ἐπιτύχῃ εὐνοϊκῆς ἀποφάσεως ἢ κατορθώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν προτάσεως, Κρατῖνος ἐν «Πυτίνῃ» 4, Ἀντιφῶν 138. 37, Ἀνδοκ. 1. 1, Δημ., κλ.· πρβλ. παρασκευάζω Β. Ι. 2, παράταξις ΙΙ. ΙΙ. τὸ παρεσκευασμένον πρός τινα σκοπόν, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη π. Πλάτ. Πολ. 495Α, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 8. 3, 14. 2) συχνάκις ἐπὶ στρατιωτικῆς ἐννοίας (ἴδε ἀνωτ. Ι. 1), πᾶσα ἡ πολεμική ἑτοιμασία, Ἀνδοκ. 14. 28, Θουκ. 6. 31, Ξεν.· ἵπποι καὶ ὅπλα καὶ ἡ ἄλλη π. Θουκ. 2. 100, πρβλ. 5. 17· γίγνεσθαι τὰς παρασκευὰς ἐποίησα Δημ. 260. 19 αἱ πρὸς πόλεμον π. Ἀριστ. Ρητορ. 2. 5, 20. 3) καθόλου, δύναμις, μέσα, Θουκ. 1. 1· μέσα ὑπερασπίσεως, Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 2, 30, πρβλ. 2. 19, 30, Πλούτ. 2. 961C· ―περὶ τοῦ πόσον διαφέρει τῆς λέξεως κατασκευὴ ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας ἴδε Arnold. εἰς Θουκ. 1. 10., 8. 5, καὶ πρβλ. παρασκευάζω Ι. 1. ΙΙΙ. παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις, ἡ ἡμέρα τῆς ἑτοιμασίας, ἡ πρὸ τοῦ Σαββάτου τοῦ Πάσχα, Εὐαγγ. κ. Μάρκ. ιε΄, 42, κ. Ἰω. ι΄, ιδ΄, 31, κτλ.· ἡμέρα παρασκευῆς Εὐαγγ. κ. Λουκ. κγ΄, 54· πρβλ. προσάββατον. 2) = ἡ Ἀφροδίτης (ἐξυπακ. ἡμέρα), ἡ Παρασκευή, Κλήμ. Ἀλ. 877· ἡ μεγάλη π., ἡ τῆς ἑβδομάδος τῶν Παθῶν, Γ. Κωδιν. περὶ τῶν Ὀφφικ.· ἡ ἁγία π. τοῦ θείου πάθους Ἐκκλ.· ἡ παρ. τῆς ἀπόκρεω, ἡ πρὸ τῆς τεσσαρακοστῆς, Ἄννα Κομν. 1. 385, 11 καὶ 15. IV ἡ πυρετῶν π., ἡ προσέγγισις αὐτῶν, Διοσκ. 5. 29.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
A. action de préparer :
1 préparation, en gén. d’un repas, de la nourriture;
2 préparatifs de guerre, armement, équipement : τὸ ναυτικὸν ἐν παρασκευῇ ἦν THC on préparait la flotte, on appareillait ; μάχη ἐκ παρασκευῆς THC bataille préparée (p. opp. à ἐνέδραι καὶ καταδρομαί);
3 préparation à un discours;
B. I. ce qui a été préparé, ce qui est à la disposition de, d’où
1 en gén. appareil, équipage;
2 équipement, armement;
3 préparatifs, efforts des parties pour gagner un procès ; dispositions prises par l’accusé pour échapper à la peine;
4 cabale, intrigue, menées : ἐκ παρασκευῆς ou ἀπὸ παρασκευῆς LYS avec calcul ou préméditation (ttf. ἐκ παρασκευῆς selon les conventions);
II. le fait d’être préparé à qch ; disposition naturelle, qualités, ressources.
Étymologie: παρά, σκεῦος.

English (Strong)

as if from παρασκευάζω; readiness: preparation.

English (Thayer)

παρασκευῆς, ἡ, from Herodotus down;
1. a making ready, preparation, equipping.
2. that which is prepared, equipment.
3. in the N. T. in a Jewish sense, the day of preparation, i. e. the day on which the Jews made the necessary preparation to celebrate a sabbath or a feast: Josephus, Antiquities 16,6, 2); with a genitive of the object, τοῦ πάσχα (according to Winer's Grammar, 189 (177f) a possessive genitive), τῶν Ἰουδαίων, ibid. 42. Cf. Bleek, Beiträge zur Evangelienkritik, p. 114ff; (on later usage cf. ' Teaching 8,1 [ET] (and Harnack's note); Martyr. Polycarp, 7,1 [ET] (and Zahn's note); Sophocles' Lexicon, under the word, 3).

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ
ετοιμασία, προετοιμασία
νεοελλ.
1. φτιάξιμο
2. προπαρασκευή
3. κατάρτιση, καταρτισμός
νεοελλ.-μσν.
φρ. «Μεγάλη Παρασκευή» ἡ «Αγία Παρασκευή» — η πριν από το Πάσχα Παρασκευή, ημέρα κατά την οποία σταυρώθηκε, πέθανε και τάφηκε ο Χριστός, γεγονότα τα οποία εορτάζει κατά την ημέρα αυτή η χριστιανική Εκκλησία και κατά την οποία ο χριστιανικός κόσμος τηρεί αυστηρότατη νηστεία
μσν.
1. «ἡ Παρασκευή τῆς ἀπόκρεω» — η πριν από την Τεσσαρακοστή Παρασκευή
2. ημέρα διανομής ευλογιών ανάμεσα στους μοναχούς
αρχ.
1. το να προμηθεύει κάποιος τα υλικά ή τα μέσα για να ετοιμαστεί κάτι
2. τα μέσα ή ο τρόπος προμήθειας
3. οι μηχανορραφίες, οι δολοπλοκίες που επινοεί κάποιος για να πετύχει μια ευνοϊκή απόφαση ή την ψήφιση κάποιας πρότασης νόμου
4. αυτό που έχει προετοιμαστεί για έναν σκοπό
5. (για ομιλητή) ετοιμασία, άσκηση, προπαρασκευή για απαγγελία λόγου
6. (για λόγο) εισαγωγικό μέρος, προοίμιο
7. στρατ. α) εξοπλισμός
β) η όλη πολεμική ετοιμασία
8. η δύναμη, τα μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού
9. φυσικά μέσα υπεράσπισης
10. ιατρ. η ιδιοσυγκρασία νεογέννητου βρέφους
11. (για πνευματικές ικανότητες) προδιάθεση
12. άσκηση, εξάσκηση («παρασκευὴ εἰς τὸ εὔχεσθαι», Ωριγ.)
13. σημείο αναφοράς για την χρονολόγηση του Μυστικού Δείπνου και του Πάθους του Κυρίου
14. ημέρα λήψης της Θείας Κοινωνίας
15. φρ. α) «ἐκ παρασκευής» — εκ προθέσεως, εκ προμελέτης
β) «μάχη ἐγένετο ἐκ παρασκευῆς» — έγινε μάχη εκ παρατάξεως (Θουκ.)
γ) «δι' ὀλίγης παρασκευῆς» — εκ του προχείρου, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα
δ) «ἡ πυρετῶν παρασκευή» — το πλησίασμα της εποχής που ευνοούσε την εξάπλωση τών πυρετών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + -σκευή (< σκευή «εξοπλισμός»), πρβλ. επι-σκευή, κατασκευή. Η λ. λειτουργεί ως εκφραστικό της ρηματικής ενέργειας του παρασκευάζω.

Greek Monotonic

παρασκευή: ἡ,
I. 1. προετοιμασία, σε Ηρόδ., Αττ.· ἐν τούτῳ παρασκευῆς, σ' αυτήν την φάση της προετοιμασίας, σε Θουκ.· προετοιμασία ομιλίας, σε Ξεν.· με πρόθ., ἐκ παρασκευῆς, από προετοιμασία, μάχη ἐγένετο ἐκ παρασκευῆς, στημένη μάχη, σε Θουκ.· ομοίως, ἀπὸ παρασκευῆς, στον ίδ.· δι' ὀλίγης παρασκευῆς, με λίγη ετοιμασία, πρόχειρη, στο ίδ.· ἐν παρασκευῇ, στην πορεία της προετοιμασίας.
2. εξασφάλιση, προπαρασκευή, παρασκευή φίλων καὶ οὐσίας, σε Πλάτ.
3. δολοπλοκία ή σκευωρία, παρασκευὴ φίλων καὶ οὐσίας, με σκοπό να κερδίσουν την ετυμηγορία ή την επιψήφιση προτάσεως, σε Δημ. κ.λπ.
III. στους Ιουδαίους, η μέρα της ετοιμασίας, η μέρα πριν το Σάββατο του Πάσχα, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

παρασκευή:
1) изготовление, приготовление (δείπνου Her.);
2) заготовка, доставка, обеспечение (σίτου Her.; τῆς τροφῆς Plat.): π. ὑγιείας Plat. обеспечение, т. е. сохранение здоровья;
3) подготовка: οἱ ἐν τούτῳ παρασκευῆς ἦσαν Thuc. таковы были их подготовительные мероприятия; γνόντες τὴν παρασκευήν Lys. понимая, что все (заранее) подстроено; ἐκ и ἀπὸ παρασκευῆς Thuc., Lys. заранее обдуманным образом, с предварительной подготовкой или преднамеренно; ἐς παρασκευὴν ἔχειν τι Eur. иметь что-л. наготове;
4) средство, способ, прием (ἐπί τι Plat.);
5) приведение в готовность, снаряжение, оснащение (νεῶν Arph.);
6) вооружение, снаряжение, материальная часть (ἵπποι καὶ ὅπλα καὶ ἡ ἄλλη π. Thuc.);
7) обстановка, устройство, тж. имущество (πλοῦτοί τε καὶ πᾶσατοιαύτη π. Plat.);
8) канун субботы, пятница (π., ὅ ἐστιν προσάββατον NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρα-σκευή -ῆς, ἡ voorbereiding, het voorbereiden, het verschaffen; met gen.:; παρασκευὴν σίτου foeragering Hdt. 3.25.1; παρασκευὴν μεγαλοπρεπέα τοῦ δείπνου het magnifiek opgediende diner Hdt. 9.82.1; ὑγιείας σώματι π. het bewerkstelligen van lichamelijke gezondheid Plat. Lg. 962a; milit.:; τὸ ναυτικόν... ἐν παρασκευῇ ἦν de vloot was in staat van voorbereiding Thuc. 2.80.3; δι ’ ὀλίγης παρασκευῆς met weinig voorbereiding Thuc. 4.8.8; concr. (van voorbereide troepen) strijdmacht:; ἐν ᾧ αὕτη ἡ παρασκευὴ ἁθροίζοιτο terwijl die strijdmacht zich verzamelde Xen. Hell. 5.2.23; spec. joods dag van voorbereiding:. π. ὅ ἐστιν προσάββατον Paraskeuè, d.w.z. de dag die voorafgaat aan de sabbat NT Marc. 15.42. voorbereiding, opzet, plan:; ἐκ παρασκευῆς met opzet Lys. 31.30; milit.:; μάχη μὲν οὐδεμία ἐγένετο ἐκ παρασκευῆς er was geen enkele geregelde veldslag Thuc. 5.56.4; ongunstig complot:. ἀπὸ παρασκευῆς volgens vooropgezet plan Thuc. 1.133.1; γνόντες τὴν παρασκευήν die het complot doorzagen Lys. 12.75. concr. voorzieningen:. πᾶσα ἡ τοιαύτη παρασκευή al dergelijke voorzieningen Plat. Resp. 495a; π. φίλων καὶ οὐσίας beschikbaarheid van vrienden en geld Plat. Resp. 361b.

Middle Liddell

παρα-σκευή, ἡ,
1. preparation, Hdt., attic; ἐν τούτῳ παρασκευῆς in this state of preparation, Thuc.:— preparation of a speech, Xen.:—with Preps., ἐκ παρασκευῆς of set purpose, μάχη ἐγένετο ἐκ π. a pitched battle, Thuc.; so, ἀπὸ παρασκευῆς Thuc.; δι' ὀλίγης παρασκευῆς at short notice, offhand, Thuc.; ἐν παρασκευῇ in course of preparation, Thuc.
2. a providing, procuring, π. φίλων καὶ οὐσίας Plat.
3. an intrigue or cabal, for the purpose of gaining a verdict or carrying a measure, Dem., etc.
II. that which is prepared, equipage, Lat. apparatus, Plat., Xen.: an armament, Thuc., Dem.
2. generally, power, means, Thuc.
III. among the Jews, the day of preparation, the day before the sabbath of the Passover, NTest.

Chinese

原文音譯:paraskeu» 爬拉-士求誒
詞類次數:名詞(6)
原文字根:在旁-器具
字義溯源:準備妥,預備日,週五;源自(παρασκευάζω)=儲應);由(παρά)*=旁,出於)與(σκεῦος)*=器具,容器)組成。比較: (ἑτοιμασία)=預備
出現次數:總共(6);太(1);可(1);路(1);約(3)
譯字彙編
1) 預備日(6) 太27:62; 可15:42; 路23:54; 約19:14; 約19:31; 約19:42

English (Woodhouse)

παρασκευή = equipment, force, intrigue, preparation, stock, act of contriving, building up, military force, providing, put up job, stock in trade

⇢ Look up "παρασκευή" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)