δέσις: Difference between revisions
οὕτω γὰρ συμβαίνει ἅμα καὶ ἡ τῶνδε εὐγένεια κοσμουμένη → for by so doing we shall also celebrate therewith the noble birth of these heroes
(6_8) |
(Bailly1_1) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''δέσις''': -εως, ἡ, (δέω) τὸ δένειν, ἡ εἰς τὸ αὐτὸ [[σύνδεσις]], Πλατ. Κρατ. 418Ε. ΙΙ. ὡς τὸ [[πλοκή]], ἡ περιπλοκὴ δραματικῆς τινος ὑποθέσεως, ἀντίθ. τῷ [[λύσις]], Ἀριστ. Ποιητ. 18. | |lstext='''δέσις''': -εως, ἡ, (δέω) τὸ δένειν, ἡ εἰς τὸ αὐτὸ [[σύνδεσις]], Πλατ. Κρατ. 418Ε. ΙΙ. ὡς τὸ [[πλοκή]], ἡ περιπλοκὴ δραματικῆς τινος ὑποθέσεως, ἀντίθ. τῷ [[λύσις]], Ἀριστ. Ποιητ. 18. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=εως (ἡ) :<br /><b>1</b> action de lier;<br /><b>2</b> <i>fig.</i> nœud de l’action de l’intrigue (<i>p. opp. à</i> [[λύσις]]).<br />'''Étymologie:''' [[δέω]]². | |||
}} | }} |
Revision as of 19:43, 9 August 2017
English (LSJ)
εως, ἡ, (δέω A)
A binding together, Pl.Cra.418e; setting of stones, LXX Si.45.11; tying in bundles, Hdn.8.4.5; ποδῶν δ., = ὑπόδημα, Ezek.Exag.97. II complication of a dramatic plot, opp. λύσις, Arist.Po.1455b26. III = δέσμη (prob. of a belt-purse), UPZ121.9 (cf. δεσμός 11). IV Botan.,joint, Sch.Orib.2p.743D.
German (Pape)
[Seite 550] ἡ, das Binden, die Verbindung, Plat. Crat. 418 d. In der Tragödie, die Verwickelung, Ggstz λύσις Arist. poet. 18.
Greek (Liddell-Scott)
δέσις: -εως, ἡ, (δέω) τὸ δένειν, ἡ εἰς τὸ αὐτὸ σύνδεσις, Πλατ. Κρατ. 418Ε. ΙΙ. ὡς τὸ πλοκή, ἡ περιπλοκὴ δραματικῆς τινος ὑποθέσεως, ἀντίθ. τῷ λύσις, Ἀριστ. Ποιητ. 18.
French (Bailly abrégé)
εως (ἡ) :
1 action de lier;
2 fig. nœud de l’action de l’intrigue (p. opp. à λύσις).
Étymologie: δέω².