Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐγένεια

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: εὐγένεια Medium diacritics: εὐγένεια Low diacritics: ευγένεια Capitals: ΕΥΓΕΝΕΙΑ
Transliteration A: eugéneia Transliteration B: eugeneia Transliteration C: evgeneia Beta Code: eu)ge/neia

English (LSJ)

poet. εὐγενία (q. v.), ἡ,

   A nobility of birth, A.Pers.442, E. Fr.53, al., Isoc.3.42, Arist.Rh.1390b16, etc.; ἐμῶν εὐ. παίδων, = ἐμοὶ εὐγενεῖς παῖδες, E.Tr.583 (lyr.): pl., Pl.Euthd.279b, R.618d; pure breeding, of animals, Onos.1.21.    2 = γενναιότης, nobleness of mind, Plu.Dem.24, Ant.86, Ael.VH12.1, D.Chr.52.16, etc.    3 bodily excellence, ἡ ἐν τοῖς σώμασιν εὐ. Plu.Rom.6, cf. Gal.UP10.6; of materials, χαλκοῦ Philostr. VA 3.54: generally, excellence, Lib.Or.49.27.    4 of style, elevation, nobility, Longin. 34.2; ποιημάτων D.H. Comp.18.    5 as a title, ἡ εὐ. σου PGen.1.50.14 (iv A.D.).

German (Pape)

[Seite 1059] ἡ, die edle Geburt, Abkunft, εὐγένειαν ἐκπρεπεῖς Aesch. Pers. 434; εὐγ. παίδων, = εὐγενεῖς παῖδες, Eur. Tr. 582; in Prosa, Plat. Menex. 237 a u. öfter; vgl. D. L. 3, 88; auch im plur., Plat. Euthyd. 279 b. – Uebtr., Adel der Gesinnung, Edelmuth, Hochsinn, Plut. u. a. Sp.; ἡ ἐν τοῖς σώμασιν εὐγ., die edle, anständige Haltung, anständiges Benehmen, Plut.; das Edle in der Rede, im Styl, Longin.

Greek (Liddell-Scott)

εὐγένεια: ποιητ. εὐγενία (ὃ ἴδε), ἡ, καταγωγὴ ἐκ καλοῦ ἢ ἐνδόξου γένους, ὑψηλὴ καταγωγή, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δυσγένεια, Αἰσχύλ. Πέρσ. 442, Ἐπίχ. 142 Ahr., συχνὸν παρ’ Εὐριπ.· ἐμῶν εὐγ. παίδων = ἐμοί εὐγενεῖς παῖδες, Εὐριπ. Τρῳ. 583· ἐν τῷ πληθ., Πλάτ. Εὐθύδ. 379Β, Πολ. 618D· πρβλ. εὐγενής 2) ἐπὶ ἐκλεκτῶν ζῴων, φυτῶν, κ.τ.τ., Πλούτ. κτλ. 3) ἐπὶ ὕφους, Λογγῖνος 34. 2.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 noblesse d’origine;
2 p. ext. noblesse de sentiments, sentiments d’une âme bien née.
Étymologie: εὐγενής.

Greek Monolingual

και ευγενειά, η (ΑΜ εὐγένεια, Α και εὐγενία)
1. η καταγωγή από αρχοντική γενιά
2. η λεπτότητα τών τρόπων, η πολιτισμένη συμπεριφορά
3. τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου, η ευγενική μορφή
4. η γενναιοφροσύνη, το υψηλό φρόνημα
5. (για ζώα) η καθαρόαιμη ράτσα
νεοελλ.-μσν.
ως τιμητική προσφώνηση («η ευγένειά σας», «πρὸς τὴν σὴν εὐγένειαν»)
μσν.
1. το να είναι κάποιος γεννημένος από ελεύθερους γονείς
2. η υπερηφάνεια
αρχ.-μσν.
δόξα, μεγαλείο
αρχ.
1. η εξαιρετική ποιότητα
2. (για ύφος) η μεγαλοπρέπεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. ευγένεια < ευγενεσ-ια
ευγενία < ευγεν-ία].

Greek Monotonic

εὐγένεια: ἡ (εὐγενής), καταγωγή από καλό, ένδοξο γένος, υψηλή καταγωγή, σε Αισχύλ., Ευρ.· εὐγένεια παίδων = εὐγενεῖς παῖδες, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

εὐγένεια: ἡ реже pl.
1) благородное происхождение, родовитость, знатность Aesch., Plat., Arst., Plut.: εὐ. παίδων Eur. = εὐγενεῖς παῖδες;
2) (о животных и растениях) культурность (породы), высокопородность Plut.;
3) благородство, возвышенность души Diog. L., Plut.

Middle Liddell

εὐγένεια, ἡ, εὐγενής
nobility of birth, high descent, Aesch., Eur.; εὐγένεια παίδων = εὐγενεῖς παῖδες, Eur.