νωτοχορδή: Difference between revisions
From LSJ
ἀναγκαίως δ' ἔχει βίον θερίζειν ὥστε κάρπιμον στάχυν, καὶ τὸν μὲν εἶναι, τὸν δὲ μή → But it is our inevitable lot to harvest life like a fruitful crop, for one of us to live, one not. (Euripides, Hypsipyle fr. 60.94ff.)
(27) |
mNo edit summary |
||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=η<br /><b>βιολ.</b> ο [[πρώτος]] [[εμβρυϊκός]] [[εσωτερικός]] [[σκελετικός]] [[σχηματισμός]] που παρατηρείται στο [[σώμα]] τών χορδωτών και του πρώιμου εμβρύου τών σπονδυλοζώων, υπό [[μορφή]] λεπτού ραβδίου από κυτταρώδη ιστό και που στα ζώα, από τους [[ιχθύς]] ώς και τα θηλαστικά, περιβάλλεται ή αντικαθίσταται από τη σπονδυλική [[στήλη]], αλλ. νωτιαία [[χορδή]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αντιδάνεια λ., <b>πρβλ.</b> αγγλ. <i>notochord</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>νώτον</i> <span style="color: red;">+</span> λατ. <i>chorda</i> <span style="color: red;"><</span> [[χορδή]]. | |mltxt=η<br /><b>βιολ.</b> ο [[πρώτος]] [[εμβρυϊκός]] [[εσωτερικός]] [[σκελετικός]] [[σχηματισμός]] που παρατηρείται στο [[σώμα]] τών χορδωτών και του πρώιμου εμβρύου τών σπονδυλοζώων, υπό [[μορφή]] λεπτού ραβδίου από κυτταρώδη ιστό και που στα ζώα, από τους [[ιχθύς]] ώς και τα θηλαστικά, περιβάλλεται ή αντικαθίσταται από τη σπονδυλική [[στήλη]], αλλ. νωτιαία [[χορδή]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Αντιδάνεια λ., <b>πρβλ.</b> αγγλ. <i>notochord</i> (<span style="color: red;"><</span> <i>[[νῶτον|νώτον]]</i> <span style="color: red;">+</span> λατ. <i>[[chorda]]</i> <span style="color: red;"><</span> [[χορδή]]).] | ||
}} | }} |
Latest revision as of 16:36, 12 December 2024
Greek Monolingual
η
βιολ. ο πρώτος εμβρυϊκός εσωτερικός σκελετικός σχηματισμός που παρατηρείται στο σώμα τών χορδωτών και του πρώιμου εμβρύου τών σπονδυλοζώων, υπό μορφή λεπτού ραβδίου από κυτταρώδη ιστό και που στα ζώα, από τους ιχθύς ώς και τα θηλαστικά, περιβάλλεται ή αντικαθίσταται από τη σπονδυλική στήλη, αλλ. νωτιαία χορδή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. notochord (< νώτον + λατ. chorda < χορδή).]