Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στήλη

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: στήλη Medium diacritics: στήλη Low diacritics: στήλη Capitals: ΣΤΗΛΗ
Transliteration A: stḗlē Transliteration B: stēlē Transliteration C: stili Beta Code: sth/lh

English (LSJ)

Dor. στάλα, Aeol. στάλλα (q.v.), ἡ,

   A block of stone used as a prop or buttress to a wall, στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον Il.12.259; block of rock-crystal, in which the Ethiopian mummies were cased, Hdt.3.24: generally, block or base, κόρη χρυσῆ ἐπὶ στήλης IG12.256.5; μεταξὺ τοῦ κίονος καὶ τῆς σ. ἐφ' ᾗ ἐστιν ὁ στρατηγὸς ὁ χαλκοῦς And.1.38, cf. Thphr.Lap.25; σ. ξύλιναι, λέβητε ἀπὸ στηλῶν, IG12.314.130,133.    II block or slab used as a memorial, monument:    1 gravestone, Il.11.371, 16.457, Od.12.14, Hippon.15, Simon.183; ὥς τε σ. μένει ἔμπεδον, ἥ τ' ἐπὶ τύμβῳ ἑστήκῃ Il.17.434; ὥς τε στήλην ἀτρέμας ἑσταότα 13.437; στῆλαι ἀπὸ σημάτων Th.1.93; οὐ στηλῶν μόνον . . ἐπιγραφή Id.2.43; μήτε στήλαις μήτε ὀνόμασι δηλοῦντας τοὺς τάφους Pl.Lg.873d; στάλαν θέμεν Παρίου λίθου λευκοτέραν (metaph. of a poet) Pi.N.4.81.    2 monument inscribed with record of victories, dedications, votes of thanks, treaties, laws, decrees, etc., Hdt.2.102,106, 4.87, Ar.Ach.727, Th.5.56; στήλη λιθίνη, χαλκῆ, ib.47, IG12.13.18; τί βεβούλευται περὶ τῶν σπονδῶν ἐν τῇ σ. παραγράψαι; Ar.Lys.513; τὰς θυσίας τὰς ἐκ τῶν κύρβεων καὶ τῶν σ. Lys.30.17, cf. And.1.96, 3.34; ἐν στήλῃ ἀναγραφῆναι, whether for honour, as in Hdt.6.14; or for infamy, as in And.1.51, cf. D.9.41, etc. (cf. στηλίτης, στηλιτεύω):—also the record itself, contract, agreement, στήλας ἀναγράψαι Lys.30.21; κατὰ τὴν σ. according to the agreement, Ar.Av.1051; σ. αἱ πρὸς Θηβαίους D.16.27; μάτην ἐν ταῖς σ. ἐστίν Isoc.4.176; τῆς σ. τὰ ἀντίγραφα D.20.127; παραβῆναι τὰς σ. Plb.24.8.4.    3 post placed on mortgaged ground, as a record of the fact, Poll.3.85; cf. στίζω 3.    4 boundary-post, στήλας ὁρίσασθαι X.An.7.5.13; στήλαις διαλαβεῖν τοὺς ὅρους Decr. ap. D.18.154; turning-post at the end of the racecourse, IG12.817, S.El.720,744, X.Smp.4.6: hence περὶ στήλην διαφθείρεσθαι Lys.Fr.1.4.    5 for Στῆλαι Ἡρακλήϊαι, v. Ἡράκλειος, and cf. Str.3.5.5; so σ. Διονύσου mountains in India marking the limits of the progress of Dionysus, D.P.623, cf. 1164. (Written στήλλη in some late Inscrr., CIG3627.1 (Ilium), 3982.18 (Philomelium), al.)

German (Pape)

[Seite 941] ἡ, dor. στάλα, eine emporstehende Säule, bes. von Stein; dah. Bild der Festigkeit, ὥςτε στήλην ἀτρέμας ἑσταότα, Il. 13, 437; ein Pfeiler zum Aufrechthalten, Stütze, 12, 259; Ἡρακλέος στῆλαι, die Säulen des Herakles, Pind. Ol. 3, 44 I. 3, 30. – Bes. Grabsäule, säulenförmiger Grabstein; ὥστε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥτ' ἐπὶ τύμβῳ ἀνέρος ἑστήκει τεθνηότος, Il. 17, 434; τύμβῳ τε στηλῃ τε, 16, 457, vgl. 675. 11, 371 Od. 12, 14; Her. 2, 102. 4, 87; übertr., στάλαν θέμεν, ein Denkmal setzen, im Liede, Pind. N. 4, 81; Plat. Legg. IX, 873 d μήτε στήλαις, μήτε ὀνόμασι δηλοῦντας τοὺς τάφους; Xen. Cyr. 7, 3, 16. – Die Säule am Ende der Rennbahn, um welche man beim Wettfahren herumbiegen mußte; λανθάνει στήλην ἄκραν παίσας, Soph. El. 734; ὑπ' αὐτὴν ἐσχάτην στηλην ἔχων, 710; so ist auch zu erkl. Lys. bei Ath. XIII, 612 c περὶ τοῦτον τὸν κάπηλον ὡς περὶ στήλην διαφθείρονται, wo es nicht »Klippe im Meer« zu übersetzen ist. – Uebh. jede von Staatswegen aufgerichtete Säule mit einer Inschrift, Gesetze, Verordnungen, Raths- u. Volksbeschlüsse enthaltend; vgl. Ar. Ach. 727, ἐγὼ δὲ τὴν στήλην, καθ' ἣν ἐσπεισάμην, μέτειμ', ἵνα στήσω φανερὰν ἐν τἀγορᾷ, u. Av. 1050, ἐὰν μὴ δέχηται κατὰ τὴν στήλην, wo der Schol. erkl. κατὰ τὴν δημοσίαν ἀναγραφήν; Lys. 513 τί βεβούλευται περὶ τῶν σπονδῶν ἐν τῇ στήλῃ παρα γράψαι, u. sonst; Thuc. 5, 56; Grenzsäule, στήλαις διαλαβεῖν τοὺς ὅρους, Dem. 18, 154; vgl. Xen. An. 7, 5, 13; Schand- u. Ehrensäule, Denksäule, στήλας ἱστάναι, Denksäulen errichten, Her. 2, 102. 106. 4, 87; στήλη γεγραμμένη σταθήσεται, Andoc. 3, 35; ἐν στήλαις ἀναγραφέντες, 1, 51, wo §. 38 καθέζεσθαι μεταξὺ τοῦ κίονος, der Säule des Hauses, καὶ τῆς στήλης, ἐφ' ᾑ ὁ στρατηγός ἐστιν ὁ χαλκοῦς steht; μάτην ἐν ταῖς στήλαις ἐστίν, vergeblich ist auf der Säule bekannt gemacht, Isocr. 4, 176. – Vgl. über die χαλκῆ στήλη auf der Akropolis, Lycurg. 117, auf welcher die ἀλιτήριοι καὶ προδόται aufgeschrieben wurden, Funkhänel in der Zeitschrift für Alterthumswissenschaft 1841 Nro. 37; ἐν στήλῃ γεγραμμένα, Plat. Critia. 119 c; κατὰ τοὺς ἐν τῇ στήλῃ νόμους, 120 a; στήλη περὶ τῆς συμπολιτείας, Pol. 2, 41, 12, wie στήλης προγραφείσης συνεπολιτεύετο μετὰ τῶν Ἀχαιῶν ἡ Σπάρτη, 25, 2, 1; dah. παραβαίνειν τοὺς ὅρκους, τοὺς νόμους, τὰς στήλας, 26, 1, 4.

Greek (Liddell-Scott)

στήλη: Δωρ. στάλα, ἡ, (ἴδε ἐν τέλ.)· - ὀγκώδης λίθος χρησιμεύων ὡς προστήριγμα ἢ ἀντηρὶς τοίχου, στήλας τε προβλῆτας ἐμόχλεον Ἰλ. Μ. 259· ὡς εἰκὼν σταθερότητος, ἴδε κατωτ. ΙΙ. 1· - ὡσαύτως ὀγκώδης λίθος ἐκ βραχώδους κρυστάλλου, ἐν ᾧ οἱ Αἰγύπτιοι ἔθαπτον τοὺς τεταριχευμένους νεκρούς, Ἡρόδ. 3. 24· - ὅθεν καθόλου, ὀγκώδης λίθος, «στήλη», Λατιν. c…pp…s, (μᾶλλονστῦλος, κίων, Λατιν. columna), μεταξὺ τοῦ κίονος καὶ τῆς στήλης ἐφ’ ᾗ ἐστιν ὁ στρατηγὸς ὁ χαλκοῦς Ἀνδοκ. 6. 15. ΙΙ. λίθος ὀγκώδης, ἢ πλὰξ μετ’ ἐπιγραφῆς, μνημεῖον· ὅθεν, 1) ἐπιτύμβιος λίθος, Ἰλ. Λ. 371, Π. 457, Ὀδ. Μ. 14, Ἱππῶν. 9, Σιμωνίδ. 6· ὥστε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ’ ἐπὶ τύμβῳ ἑστήκῃ Ἰλ. Ρ. 434· πρβλ. Ν. 437 ὥστε στήλην ἀτρέμας ἑσταότα· - στῆλαι ἀπὸ σημάτων Θουκ. 1.93· οὐ στηλῶν μόνον ... ἐπιγραφὴ ὁ αὐτ. 2. 43· μήτε στήλαις μήτε ὀνόμασι δηλοῦντας τοὺς τάφους Πλάτ. Νόμ. 873D· στάλαν θέμεν (ἐπὶ ποιητοῦ), Πινδ. Ν. 4.130. 2) ὀγκώδης λίθος ἢ πλὰξ ἑστημένη ἐν δημοσίῳ τόπῳ καὶ φέρουσα ἐπιγεγραμμένας ἐξιστορήσεις μαχῶν, ἀφιερώσεις, εὐχαριστίας, συνθήκας, ψηφίσματα καὶ ἄλλα τοιαῦτα, Ἡρόδ. 2. 102, 106., 4. 87, Ἀριστοφ. Ἀχ. 727, Θουκ. 5. 49, 56· στήλη λιθίνη, χαλκῆ αὐτόθι 47· τί βεβούλευται περὶ τῶν σπονδῶν ἐν τῇ στήλῃ παραγράψαι; Ἀριστοφ. Ἀχ. 513· ἐκ κύρβεων καὶ στηλῶν Λυσίας 184. 38, πρβλ. Ἀνδοκ. 13. 1., 27. 43· - γράφειν τινὰ εἰς στήλην, ἀναγράφειν ἐν στήλῃ, εἴτε πρὸς τιμήν, οἷον Ἡρόδ. 6.14· εἴτε πρὸς ἀτιμίαν καὶ ὄνειδος, οἷον παρ’ Ἀνδοκ. 7. 45, Δημ. 121, 21, κτλ. (πρβλ. στηλίτης, στηλιτεύω)· - ὡσαύτως αὐτὸ τὸ ἐπιγεγραμμένον πρᾶγμα, συμβόλαιον, συμφωνία, στήλας ἀναγράφειν Λυσ. 185. 12· κατὰ τὴν στήλην, κατὰ τὴν συμφωνίαν, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1051· στ. αἱ πρὸς Θηβαίους Δημ. 209. 5· μάτην ἐν ταῖς στ. ἐστὶν Ἰσοκρ. 77D· τῆς στ. τὰ ἀντίγραφα Δημ. 495. 23· παραβῆναι τὰς στ. Πολύβ. 26. 1, 4. 3) ὀγκώδης λίθος τεθειμένος ἐπὶ ἠνεχυρασμένου κτήματος πρὸς βεβαίωσιν τοῦ γενομένου, Πολύβ. 3. 85· ἴδε ἐν τέλ. στίζω. 4) στήλη δι’ ἧς σημειοῦται τὸ ὅριον, «σύνορον», στήλας ὁρίζεσθαι Ξεν. Ἀν. 7. 5, 13· στήλαις διαλαβεῖν τοὺς ὅρους Ψήφισμ. παρὰ Δημ. 278. 23· - ὁ κατὰ τὸ τέλος τοῦ σταδίου κατατεθειμένος λίθος, περὶ ὃν ἔπρεπε νὰ κάμψωσιν οἱ ἀγωνιζόμενοι, Λατιν. meta, Σοφ. Ἠλ. 720, 744, Ξεν. Συμπ. 4, 6· - ἐντεῦθεν, περὶ τὴν στ. διαφθείρεσθαι Λυσ. Ἀποσπ. 2. 3. 5) περὶ τοῦ Στῆλαι Ἡρακλήϊαι ἴδε ἐν λέξ. Ἡράκλειος, καὶ πρβλ. Στράβ. 170 κἑξ.· - οὕτω, στ. Διονύσου, ὄρη ἐν τῇ Ἰνδικῇ, δι’ ὧν σημειοῦνται τὰ ὅρια τῆς περιηγήσεως τοῦ Βάκχου, Διον. Π. 623, πρβλ. 1164. (Ἐκ τῆς √ΣΤΑ, ἵστημι, ὡς τὸ στῦλος ἐκ τῆς √ΣΤΥ, στύω· - ἀλλ’ ὁ Αἰολικ. τύπος στάλλα (ὃ ἴδε) παρεκίνησε τὸν Κούρτ. (ἀρ. 218) νὰ ἀναφέρῃ τὴν λέξιν εἰς τὴν √ΣΤΑΛ, στέλλω· πρβλ. καὶ στήλλη, Συλλ. Ἐπιγρ. 3627, 1., 3902b. 10., 3982. 17, κ. ἀλλ.), Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
colonne, particul. :
I. colonne d’appui, pilier pour soutenir un mur;
II. colonne, stèle (plaque de pierre verticale) pour servir d’indication :
1 colonne, stèle funéraire;
2 colonne, stèle commémorative;
3 colonne, stèle où l’on affichait les actes publics, lois, ordonnances, décisions des assemblées, condamnations, etc. ; acte public (convention, traité, etc.) gravé sur une stèle;
4 στήλη ἐσχάτη ou ἄκρα colonne ou borne à l’extrémité de la carrière;
5 borne-frontière.
Étymologie: R. Στα, se tenir debout ; cf. ἵστημι.

English (Autenrieth)

(στέλλω): pillar, Il. 13.437; esp., grave stone, monument (cf. cut), Il. 16.457, Il. 12.259.

Spanish

bloque de piedra, inscripción, texto escrito, tablilla compuesta por dibujo y palabras

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και μτγν. τ. στήλλη και δωρ. τ. στάλα και αιολ. τ. στάλλα Α
1. (γενικά) μεγάλη σε μέγεθος επιμήκης πέτρα ή λίθινη πλάκα τοποθετημένη κατακόρυφα για σήμανση, ως μνημείο ή για διακοσμητικούς σκοπούς
2. (ειδικά) μαρμάρινη επιμήκης πλάκα, δουλεμένη καλλιτεχνικά, πάνω στην οποία, ιδίως κατά την αρχαιότητα, αναγραφόταν το όνομα νεκρού (α. «επιτύμβια στήλη» β. «τύμβον χεύαντες καὶ ἐπὶ στήλην ἐρύσαντες», Ομ. Οδ.)
3. (κατά την αρχαιότητα) λίθινη, και σπανιότερα ξύλινη ή χάλκινη, επιμήκης και ορθογώνια πλάκα, στημένη σε δημόσιο χώρο, πάνω στην οποία αναγράφονταν εξιστορήσεις μαχών, αφιερώσεις, ευχαριστίες, συνθήκες, ψηφίσματα, νόμοι, αποφάσεις ή τα ονόματα τών καταδικασμένων σε διάφορες δίκες («τάς... ξυνθήκας... ἀναγράψας ἐν στήλη λιθίνῃ», Θουκ.)
4. αντικείμενο σε κατακόρυφη και ακίνητη στάση (α. «στήλη πάγου» β. «καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῡ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἐγένετο στήλη ἁλός», ΠΔ)
5. φρ. «Ηράκλειαι στήλαι» — βλ. ηράκλειος
νεοελλ.
1. σωρός ομοειδών πραγμάτων τοποθετημένων το ένα πάνω στο άλλο, στοίβα (α. «στήλη βιβλίων» β. «στήλη τούβλων»)
2. (καταχρ.) στύλος, κίονας, κολόνα («οι στήλες του Ολυμπίου Διός»)
3. (τυπογρ.) α) καθένα από τα τμήματα στα οποία διαιρείται κατακόρυφα το περιεχόμενο σελίδας εντύπου και ιδίως εφημερίδας ή περιοδικού με ή χωρίς γραμμές
β) συνεκδ. τμήμα φύλλου εφημερίδας ή περιοδικού προορισμένο για ειδικά θέματα (α. «στήλη χρονογραφήματος» β. «οικονομική στήλη»)
4. ναυτ. σχηματισμός πολεμικών πλοίων τοποθετημένων σε μια γραμμή και σε ίσες μεταξύ τους αποστάσεις
5. βοτ. η κεντρική περιοχή τών βλαστών και τών ριζών τών τραχεοφύτων η οποία έχει μορφή κυλίνδρου και περιλαμβάνει τον αγωγό ιστό και το περικύκλιο, αλλ. κεντρικός κύλινδρος
6. φρ. α) «αναθηματικές στήλες»
αρχαιολ. στήλες ανάθεσης με ανάγλυφες συνθέσεις που σχετίζονταν με τον τόπο της ανάθεσης ή με τον σκοπό του αναθέτη
β) «ψηφισματικές στήλες»
αρχαιολ. στήλες που έφεραν την αναγραφή ενός ψηφίσματος της πόλης με σκοπό το τελευταίο να γίνει γνωστό ή να τεθεί υπό το κύρος και την προστασία τών θεών, ανάλογα με τον τόπο όπου τίς έστηναν
γ) «τιμητικές ψηφισματικές στήλες»
αρχαιολ. ψηφισματικές στήλες που δήλωναν την απόδοση τιμών σε κάποιον πολίτη
δ) «σπονδυλική στήλη» — βλ. σπονδυλικός
ε) «ηλεκτρική στήλη»
(ηλεκτρολ.) συσκευή αποτελούμενη από πολλά ηλεκτρικά στοιχεία συνδεδεμένα κατά σειρά, με σκοπό την άθροιση της ηλεκτρεγερτικής τους δύναμης
στ) «ατομική στήλη»
(πυρην. φυσ.) παλαιότερη ονομασία για τον πρώτο πυρηνικό αντιδραστήρα που κατασκευάστηκε στις ΗΠΑ το 1942 και ο οποίος ονομάστηκε έτσι επειδή κατασκευάστηκε από στρώματα γραφίτη που εναλλάσσονταν με στρώματα μίγματος γραφίτη και ουρανίου
ζ) «στήλη ιστού»
ναυτ. το κατώτερο τμήμα του ιστού τών πλοίων το οποίο στηριζόμενο στην τρόπιδα με την ιστοδόκη διαπερνά, κατακόρυφα, ή και με ελαφρά κλίση, τα καταστρώματα και υψώνεται σε αρκετό ύψος πάνω από το ανώτερο κατάστρωμα μέχρι το θωράκιο, όπου και συνδέεται με το επιστήλιο
η) «χρωματογραφία στήλης»
(στην αναλυτική χημεία) μέθοδος διαχωρισμού μιγμάτων η οποία βασίζεται στον διαφορετικό βαθμό ρόφησης και εκρόφησης τών συστατικών του μίγματος από ένα κατάλληλο ροφητικό μέσον
θ) «στήλη άλατος»
μτφ. ακίνητος, κατάπληκτος άνθρωπος
μσν.
1. ανδριάντας, άγαλμα
2. μτφ. όγκος, μέγεθος («στήλην κακίας τοῡ δεινοῡ Ἡρώδου πάντες ἐκμυκτηρίσαντες», Μηναί.)
αρχ.
1. ογκόλιθος που χρησίμευε ως στήριγμα ή αντηρίδα τοίχου
2. ογκόλιθος από κρυσταλλικό υλικό στο οποίο οι Αιγύπτιοι, αφού του προσέδιδαν κοίλο σχήμα, έθαβαν τους νεκρούς που είχαν ταριχεύσει
3. λίθος ή και ξύλο μεγάλων διαστάσεων που χρησίμευε ως βάθρο, βάση
4. συμφωνία, συμβόλαιο γραμμένο σε κατακόρυφη πλάκα («κατὰ τὰς στήλας ἃς οὗτος ἀνέγραψε»
Λυσ.)
5. λίθινη πλάκα τριγωνικού συνήθως σχήματος την οποία τοποθετούσαν ή εντείχιζαν σε υποθηκευμένα ακίνητα
6. ανάλογο αντικείμενο χρήσιμο ως οροθέσιο, ορόσημο («οἱ κατὰ ταῡτα οἰκοῡντες στήλας ὁρισάμενοι τὰ καθ' αὑτοὺς ἐκπίπτοντα ἕκαστοι λῄζονται», Ξεν.)
7. καθένα από τα τέρματα σταδίου ή ιπποδρόμου («ἁρματηλοῡντα δεῑ ἐγγὺς μὲν τῆς στήλης κάμψαι», Ξεν.)
8. φρ. «στῆλαι Διονύσου»
(ως γεωγρ. όν.) όρη στην Ινδία με τα οποία σημειώνονται τα όρια περιηγήσεως του Διονύσου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στήλη έχει σχηματιστεί από τη συνεσταλμένη βαθμίδα στăλ- της ρίζας του ρ. στέλλω (πρβλ. στάλ-σις, στάλ-ιξ) με επίθημα -νᾱ (πρβλ. ποι-νή). Ο αττ. τ. στήλη και ο δωρ. στᾱλᾱ προήλθαν, επομένως, από τ. στăλ-να με σίγηση του -νκαι αντέκταση, ενώ στον αιολ. τ. στάλλᾱ σημειώθηκε αφομοίωση του έρρινου -νπρος το υγρό -λ-. Η άποψη ότι η λ. στήλη προήλθε από τ. στα-σλᾱ (για το επίθημα πρβλ. λατ. scala < scand-s-la) και ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα στă- του ἵστημι δεν θεωρείται εξίσου πιθανή. Η λ., τέλος, αντιστοιχεί με το αρχ. άνω γερμ. stollo «στήριγμα, στύλος» (πρβλ. νεώτ. γερμ. Stollen «στοά»).
ΠΑΡ. στηλίδα(-ίς), στηλίδιο(ν), στηλίτης, στηλώ(-νω)
αρχ.
στηλίον, στηλύδριον.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. στηλοειδής, στηλοκόπας, στηλοκοπώ, στηλούχος
αρχ.-μσν.
στηλογραφώ
μσν.
στηλοβάτης
νεοελλ.
στηλόκρανο. (Β' συνθετικό) αρχ. άστηλος
νεοελλ.
δίστηλος, εξάστηλος, μονόστηλος, οκτάστηλος, ολιγόστηλος, πολύστηλος, τετράστηλος, τρίστηλος].

Greek Monotonic

στήλη: Δωρ. στάλα, (στέλλω;),
I. ογκώδης λίθος, ογκόλιθος που χρησιμεύει ως στήριγμα ή αντέρεισμα τοίχου, αντιτείχισμα, αντιστήριγμα, σε Ομήρ. Ιλ.· όγκος από βραχώδη κρύσταλλο, μέσα στο οποίο οι Αιγύπτιοι έθαβαν τις μούμιες, σε Ηρόδ.
II. ογκόλιθος ή λίθινη πλάκα που έφερε επιγραφή· ομοίως,
1. επιτύμβιος λίθος, σε Όμηρ., Αττ.
2. ογκόλιθος ή λίθινη πλάκα που έφερε επιγραφές, όπου καταγράφονταν πολεμικές νίκες, αναθήματα, συνθήκες, ψηφίσματα κ.λπ., σε Ηρόδ., Αττ.· γράφειν τινὰ εἰς στήλην, ἀναγράφειν ἐν στήλῃ, είτε για να αποδώσει τιμή είτε για να επιφέρει ατίμωση, σε Ηρόδ., Δημ.· επίσης, το αναγραφόμενο γεγονός καθ' εαυτό, συμβόλαιο, συμφωνία· κατὰ τὴν στήλην, σύμφωνα με όσα προβλέπει η συμφωνία, σε Αριστοφ.· στῆλαι αἱ πρὸς Θηβαίους, σε Δημ.
3. στύλος που καθιστά εμφανές το όριο, το σύνορο, σε Ξεν.· λίθος που βρισκόταν στο τέλος του σταδίου, εκεί όπου οι δρομείς έπρεπε να στρίψουν, Λατ. meta, σε Σοφ., Ξεν.
4. για το Στῆλαι Ἡρακλήϊαι, βλ. Ἡράκλειος.

Russian (Dvoretsky)

στήλη: дор. στάλᾱ (τᾱ) ἡ
1) столб, свая Hom.: Ἡράκλέος στᾶλαι Pind. = Στῆλαι Ἡρακλέους; σ. ἐξ ὑάλου πεποιημένη Her. столб, сделанный из стекла (или прозрачного камня);
2) надгробный столб Hom., Thuc., Xen., Plat.: στάλαν θέμεν перен. Pind. воздвигнуть памятник;
3) пограничный столб, межевой знак Xen.: στήλαις διαλαβεῖν τοὺς ὅρους Dem. обозначить границы столбами;
4) (на ристалищах) мета, начальный или конечный столб Soph.: ἐγγὺς τῆς στήλης κάμψαι Xen. повернуть (колесницу) у самого столба;
5) мемориальный столб, стела (Dem.; ἐν στήλῃ ἀναγραφῆναι Her.): κατὰ τοὺς ἐν τῇ στήλῃ νόμους Plat. согласно начертанным на столбе законам; τὰς ξυνθήκας τὰς περὶ τῶν σπονδῶν ἀναγράψαι ἐν στήλῃ λιθίνῃ Thuc. записать условия мирного договора на каменном столбе;
6) договор, соглашение: κατὰ τὴν στήλην Arph. согласно договору; παραβῆναι τὰς στήλας Polyb. нарушить условия договора;
7) закон: τὰ ἀντίγραφα τῆς στήλης Dem. копия закона.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στήλη -ης, ἡ, Dor. στᾱ́λα [~ στέλλω?, ~ἵστημι?] steenblok, steenplaat, steen, om muren te ondersteunen; Il. 12.259; als basis voor standbeelden. And. 1.38. markeringssteen, stèle langwerpige steen met monumentale functie: stèle, gedenksteen, m. n. van een grafsteen:; ἔνθα ἑ ταρχύσουσι κασίγνητοί τε ἔται τε τύμβῳ τε στήλῃ τε waar zijn broers en verwanten hem plechtig zullen begraven met een grafheuvel en een gedenksteen Il. 16.457; στῆλαι ἀπὸ σημάτων gedenkstenen verwijderd van grafmonumenten Thuc. 1.93.2; om weldoeners te eren; Hdt. 6.14.3; om de veroordeling van misdadigers publiekelijk bekend te maken; om besluiten, wetten, verdragen etc. publiekelijk bekend te maken:; τί βεβούλευται... ἐν στήλῃ παραγράψαι; wat is er besloten om... erbij te schrijven op de stèle? Aristoph. Lys. 513; overdr. van poëzie ter ere van iem.: monument; Pind.; uitbr. overeenkomst, besluit, decreet (vastgelegd op een stèle):. κατὰ τὴν στήλην in overeenstemming met het decreet Aristoph. Av. 1050. om grenzen aan te geven stèle, grenssteen:; στῆλαι Ἡρακλέαι de Zuilen van Herakles (d.w.z. de Straat van Gibraltar); ook als aanduiding van het keerpunt in de renbaan.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: column, among others peace-, treaty-column, from there law, treaty; also buttress (IA. since Il.).
Other forms: Dor. στάλα, Aeol. στάλλα.
Compounds: Rarely as 1. member, e.g. στηλο-γραφέω to write on a column (hell. a. late).
Derivatives: 1. Diminutives στηλ-ίον, -ίδιον, -ίς, -ῖδος, -ύδριον (hell. a. late). 2. -ίτης, f. -ῖτις whose name is written on a column as a denouncement, publicly dishonoured (Att.; Redard 114 f.) with -ιτεύω, -ίτευμα (late), also column-shaped, belonging to columns (Luc., AP). 3. -όω, -όομαι, also w. ἀνα-, κατα-, ἐν-, περι-, to erect (a column), to designate by columns, to demarcate, to write on a column with -ωσις, -ωμα (hell. a. late).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: PGr. *στάλ-να (on the treatment of the group -λν- Schwyzer 283 f.); so to στέλλω (s.v.) with zero grade as in ἐπί-σταλ-μα a.o. (s. also στάλιξ). The same formation shows OHG OS stollo m. (n-st.) scafold, upport, post, NHG Stollen, IE *stl̥-n-. Here also Phryg. starna with change l > r (Haas Sprache 6, 14 a. 7, 80) ? -- Risch 102 considers as alternative a basic form *στα-σλα (cf. Lat. scālae < *scand-slae); to ἵστημι. -- Lyc. LW [loanword] sttala (Kretschmer Glotta 28, 103).

Middle Liddell

στήλη, δοριξ στάλα, ἡ, στέλλω?]
I. a block of stone used as a prop or buttress to a wall, Il.: a block of rockcrystal, in which the Egyptian mummies were cased, Hdt.
II. a block or slab, bearing an inscription; and so,
1. a gravestone, Hom., attic
2. a block or slab, inscribed with record of victories, dedications, treaties, decrees, etc., Hdt., attic; γράφειν τινὰ εἰς στήλην, ἀναγράφειν ἐν στήλῃ, whether for honour, or for infamy, Hdt., Dem.:—also the record itself, a contract, agreement, κατὰ τὴν στήλην according to agreement, Ar.; στῆλαι αἱ πρὸς Θηβαίους Dem.
3. a boundary post, Xen.:— the turning-post at the end of the racecourse, Lat. meta, Soph., Xen.
4. for Στῆλαι Ἡρακλήιαι, v. Ἡράκλειος.

Frisk Etymology German

στήλη: (ion. att. seit Il.),
{stḗlē}
Forms: dor. στάλα, äol. στάλλα
Grammar: f.
Meaning: ‘Säule, u.a. Gesetzes-, Vertragssäule’, daraus Gesetz, Vertrag; auch Strebepfeiler.
Composita : Vereinzelt als Vorderglied, z.B. στηλογραφέω auf eine Säule schreiben (hell. u. sp.).
Derivative: Davon 1. die Deminutiva στηλίον, -ίδιον, -ίς, -ῖδος, -ύδριον (hell. u. sp.). 2. -ίτης, f. -ῖτις dessen Name zur Brandmarkung auf eine Säule geschrieben ist, öffentlich entehrt (att.; Redard 114 f.) mit -ιτεύω, -ίτευμα (sp.), auch in Form einer Säule, zur Säule gehörig (Luk., AP). 3. -όω, -όομαι, auch m. ἀνα-, κατα-, ἐν-, περι-, ‘(eine Säule) errichten, durch Säulen bezeichnen, abgrenzen, auf eine Säule schreiben’ mit -ωσις, -ωμα (hell. u. sp.).
Etymology : Urgr. *στάλνα (zur vielerörterten Behandlung der Lautgruppe -λν- Schwyzer 283 f.); somit zu στέλλω (s.d.) mit Schwundstufe wie in ἐπίσταλμα u.a. (s. auch στάλιξ). Dieselbe Bildung zeigt ahd. asächs. stollo m. (n-St.) Gestell, Stütze, Pfosten, nhd. Stollen, idg. ebenfalls *stl̥-n-. Hierher noch phryg. starna mit Wandel l > r (Haas Sprache 6, 14 u. 7, 80) ? — Risch 102 erwägt als Alternative eine Grundform *στασλα (vgl. lat. scālae < *scand-slae); zu ἵστημι. — Lyk. LW sttala (Kretschmer Glotta 28, 103).
Page 2,795-796