μέτηλυς: Difference between revisions

From LSJ

τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας· μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται. (2Thess 2:7) → For the mystery of lawlessness is already at work — just at work until the one who is now constraining it is taken out.

Source
m (Text replacement - "(<b class="b2">)([\w\s']+), ([\w\s']+)(<\/b>)" to "$2, $3")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)\[\[πρβλ\]\]\. (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)\)" to "πρβλ. $2$4)")
Line 17: Line 17:
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=[[μέτηλυς]], -υδος, ὁ, ἡ (ΑΜ)<br /><b>1.</b> αυτός που μεταβαίνει από έναν [[τόπο]] σε [[άλλο]]<br /><b>2.</b> αυτός που εγκαθίσταται σε [[ξένο]] [[τόπο]], [[μέτοικος]] («Κόλχοι ναιετάουσι, μετήλυδες Αἰγύπτοιο», Διον. Περ.)<br /><b>αρχ.</b><br />(και ως επίθ.) αυτός που εναλλάσσεται, που αλλάζει [[θέση]] («[[μέτηλυς]] [[ὀμφητήρ]]», Τρυφιόδ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>μετ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> -<i>ηλυς</i> (<span style="color: red;"><</span> θ. <i>ελυθ</i>- μηδενισμένη μεταπτωτική [[βαθμίδα]] της ρίζας <i>ελευθ</i>- του [[ἐλεύθω]] «[[έρχομαι]]»). Το -<i>η</i>- του -<i>ηλυς</i> [[είναι]] [[προϊόν]] «εκτάσεως εν συνθέσει» ([[πρβλ]]. <i>έπ</i>-<i>ηλυς</i>)].
|mltxt=[[μέτηλυς]], -υδος, ὁ, ἡ (ΑΜ)<br /><b>1.</b> αυτός που μεταβαίνει από έναν [[τόπο]] σε [[άλλο]]<br /><b>2.</b> αυτός που εγκαθίσταται σε [[ξένο]] [[τόπο]], [[μέτοικος]] («Κόλχοι ναιετάουσι, μετήλυδες Αἰγύπτοιο», Διον. Περ.)<br /><b>αρχ.</b><br />(και ως επίθ.) αυτός που εναλλάσσεται, που αλλάζει [[θέση]] («[[μέτηλυς]] [[ὀμφητήρ]]», Τρυφιόδ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>μετ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> -<i>ηλυς</i> (<span style="color: red;"><</span> θ. <i>ελυθ</i>- μηδενισμένη μεταπτωτική [[βαθμίδα]] της ρίζας <i>ελευθ</i>- του [[ἐλεύθω]] «[[έρχομαι]]»). Το -<i>η</i>- του -<i>ηλυς</i> [[είναι]] [[προϊόν]] «εκτάσεως εν συνθέσει» ([[πρβλ]]. [[έπηλυς]])].
}}
}}

Revision as of 06:50, 13 May 2023

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μέτηλῠς Medium diacritics: μέτηλυς Low diacritics: μέτηλυς Capitals: ΜΕΤΗΛΥΣ
Transliteration A: métēlys Transliteration B: metēlys Transliteration C: metilys Beta Code: me/thlus

English (LSJ)

ῠδος, ὁ, ἡ, (μετέρχομαι, μετήλυθον) A one who passes from one place to another, foreign settler, PFlor.322.20, al. (iii A.D.), D.P. 689; μετήλυδες Ὠκεανοῖο, of cranes, Tryph.352. II as adjective, μ. ὀμφητήρ Id.133; changing, μετήλυδα ταρσὸν ἀμείβων, of a dancer, Nonn.D.10.241, 12.365.

German (Pape)

[Seite 160] υδος, ὁ, der einwandernde Fremdling, Tryph. 133. 352; Ansiedler, wie μέτοικος, Αἰγύπτοιο, D. Per. 689.

Greek (Liddell-Scott)

μέτηλῠς: -ῠδος, ὁ καὶ ἡ, (μετέρχομαι, μετήλυθον) ὁ μεταβαίνων ἐκ τόπου τινὸς εἰς ἕτερον, Τρυφιόδ. 133. 352· ὁ ἐν ξένῳ τόπῳ ἐγκαθιστῶν ἑαυτόν, μέτοικος, Διον. Π. 689· πρβλ. μέτοικος. ΙΙ. ὡς ἐπίθετ., ὁ μεταβαλλόμενος, μετήλυδα ταρσὸν ἀμείβων, ἐπὶ ὀρχηστοῦ, Νόνν. Δ. 12. 365, πρβλ. 10. 241.

Greek Monolingual

μέτηλυς, -υδος, ὁ, ἡ (ΑΜ)
1. αυτός που μεταβαίνει από έναν τόπο σε άλλο
2. αυτός που εγκαθίσταται σε ξένο τόπο, μέτοικος («Κόλχοι ναιετάουσι, μετήλυδες Αἰγύπτοιο», Διον. Περ.)
αρχ.
(και ως επίθ.) αυτός που εναλλάσσεται, που αλλάζει θέσημέτηλυς ὀμφητήρ», Τρυφιόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + -ηλυς (< θ. ελυθ- μηδενισμένη μεταπτωτική βαθμίδα της ρίζας ελευθ- του ἐλεύθω «έρχομαι»). Το -η- του -ηλυς είναι προϊόν «εκτάσεως εν συνθέσει» (πρβλ. έπηλυς)].