προσσαίρω: Difference between revisions
Κατηγορεῖν οὐκ ἔστι καὶ κρίνειν ὁμοῦ → Iudex et accusator esse idem nequit → Wer anklagt, darf nicht auch noch Richter sein zugleich
(6_2) |
(35) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''προσσαίρω''': [[σαίρω]] [[πρός]] τινα ὡς ὁ [[κύων]], Λυκόφρ. 880· ῥόδα προσσεσηρώς, ὡς τὸ [[κάρδαμον]] βλέπων, Φερεκρ. ἐν «Πέρσαις» 2· τὸ προσσεσηρὸς Μᾶρκ. Ἀντων. 1. 15, πρβλ. [[Πολυδ]]. Ϛ΄, 123. | |lstext='''προσσαίρω''': [[σαίρω]] [[πρός]] τινα ὡς ὁ [[κύων]], Λυκόφρ. 880· ῥόδα προσσεσηρώς, ὡς τὸ [[κάρδαμον]] βλέπων, Φερεκρ. ἐν «Πέρσαις» 2· τὸ προσσεσηρὸς Μᾶρκ. Ἀντων. 1. 15, πρβλ. [[Πολυδ]]. Ϛ΄, 123. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=Α<br /><b>1.</b> [[δείχνω]] τα δόντια μου σε κάποιον σαν να [[είμαι]] [[σκύλος]]<br /><b>2.</b> ([[κυρίως]] μτφ.) [[γελώ]] σε κάποιον ειρωνικά.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>προσ</i>- <span style="color: red;">+</span> [[σαίρω]] «[[τραβώ]] τα χείλη [[προς]] τα [[πίσω]], [[χαμογελώ]]»]. | |||
}} | }} |
Revision as of 12:23, 29 September 2017
English (LSJ)
prop.
A grin or snarl at: metaph., ῥόδα προσσεσηρώς grinning roses, Pherecr.131.2; τὸ προσσεσηρός M.Ant.1.15, cf. Poll. 6.123; δέρτροισι -σεσηρότες, of shipwrecked sailors, Lyc.880.
German (Pape)
[Seite 780] angrinzen; bei Lycophr. 880 v. l. für προσαίρω; Pherecrat. bei Ath. XV, 685 a sagt μελιλώτινον λαλῶν καὶ ῥόδα προσσεσηρώς, Rosen, d. i. lieblich anlachend.
Greek (Liddell-Scott)
προσσαίρω: σαίρω πρός τινα ὡς ὁ κύων, Λυκόφρ. 880· ῥόδα προσσεσηρώς, ὡς τὸ κάρδαμον βλέπων, Φερεκρ. ἐν «Πέρσαις» 2· τὸ προσσεσηρὸς Μᾶρκ. Ἀντων. 1. 15, πρβλ. Πολυδ. Ϛ΄, 123.
Greek Monolingual
Α
1. δείχνω τα δόντια μου σε κάποιον σαν να είμαι σκύλος
2. (κυρίως μτφ.) γελώ σε κάποιον ειρωνικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + σαίρω «τραβώ τα χείλη προς τα πίσω, χαμογελώ»].