Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κύων

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: κύων Medium diacritics: κύων Low diacritics: κύων Capitals: ΚΥΩΝ
Transliteration A: kýōn Transliteration B: kyōn Transliteration C: kyon Beta Code: ku/wn

English (LSJ)

[ῠ], ὁ and ἡ, both in Hom., the masc. more freq., gen. κῠνός, dat.κῠνί, acc.κύνα, voc.

   A κύον Il.8.423, κύων Archipp.6: pl., nom.κύνες, gen.κυνῶν, dat.κυσί Il.17.272, al., Ep.κύνεσσι 1.4, acc.κύνας:—dog, bitch, Hom., etc.; of shepherds' dogs, Il.10.183, 12.303; watch-dogs, 22.66; but in Hom. more freq. of hounds, Il.8.338, al.; κυσὶ θηρευτῇσι 11.325; κύνε εἰδότε θήρης 10.360; later, when of hounds, mostly in fem., S.Aj.8, E.Hipp.18, etc.; κ. Λάκαινα Pi.Fr.106, S.l.c., X. Cyn.10.1, cf. Arist.HA608a27, al.; Μολοττικαὶ κ. Alexis Hist. ap. Ath.12.54od, etc.; but Ἰνδικοί Arist.GA746a34, cf. Hdt.1.192: prov., κυσὶν πεινῶσιν οὐχὶ βρώσιμα 'not fit for a dog', Com.Adesp.1205.4; χεῖρον ἐρεθίσαι γραῦν ἢ κύνα Men.802; κύνα δέρειν δεδαρμένην 'flog a dead horse', Pherecr.179; ἡ κ. κατακειμένη ἐν τῇ φάτνῃ 'dog in the manger', Luc.Ind.30, al.; χαλεπὸν χορίω κύνα γεῦσαι it's ill to let a dog 'taste blood', Theoc.10.11; νή or μὰ τὸν κύνα was a favourite oath of Socrates, Pl.Ap.22a (cf. Sch.), Grg.482b; used familiarly at Athens, Ar.V.83; οἷς ἦν μέγιστος ὅρκος… κύων, ἔπειτα χήν· θεοὺς δ' ἐσίγων, of primitive men, Cratin.231.    II as a word of reproach, freq. in Hom. of women, to denote shamelessness or audacity; applied by Helen to herself, Il.6.344, 356; by Iris to Athena, 8.423; by Hera to Artemis, 21.481: of the maids in the house of Odysseus, Od.18.338, al.: later, in a coarse sense, Ar.V.1402; ἡ ῥαψῳδὸς κ., of the Sphinx, S.OT391, cf.A.Fr.236 (lyr.); of men, κακαὶ κ. Il.13.623; implying recklessness, 8.299, 527, Od.17.248, 22.35; also of offensive persons, compared to yapping dogs, LXX Ps.21(22).17, Ep.Phil.3.2; κ. λαίθαργος, = λαθροδήκτης, metaph., of a person, S.Fr.885, cf. E. Fr.555: prov., μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κ. Ev.Matt.7.6.    2 metaph., of persons, watch-dog, guardian, τῶν σταθμῶν κ., of Agamemnon, A. Ag.896; δωμάτων κ., of Clytemnestra, ib.607, cf. Ar.Eq.1023.    3 of the Cynics, ἀρέσκει τούτοις κυνῶν μεταμφιέννυσθαι βίον Phld.Sto.Herc. 339.8: hence, Cynic philosopher, Arist.Rh.1411a24, AP7.65 (Antip.), 413 (Id.), Plu.2.717c, Ath.5.216b, Epigr. ap. D.L.6.19, 60, Baillet Inscriptions des tombeaux des rois 172.    III freq. in Mythology of the servants, agents or watchers of the gods, Διὸς πτηνὸς κύων, of the eagle, A.Pr.1022, cf. Ag.136 (lyr.), S.Fr.884; of the griffins, Ζηνὸς ἀκραγεῖς κ. A.Pr.803; of the Furies, μετάδρομοι… πανουργημάτων ἄφυκτοι κ. S.El.1388 (lyr.), cf. A.Ch.924, E.Fr.383; Pan is the κύων of Cybele, Pi.Fr.96: Pythag., Περσεφόνης κύνες, of the planets, Arist. Fr.196: so Com., Ἡφαίστου κ., of sparks, Alex.149.16; of various mythical beings, as Cerberus, κ. Ἀΐδαο Il.8.368, cf. Od.11.623, X. An.6.2.2; Harpies, A.R.2.289; of Hecate, in Mithraic worship, Porph.Abst.4.16; of the Βάκχαι, Λύσσας κ. E.Ba.977 (lyr.); Λέρνας κ., of the hydra, Id.HF420 (lyr.); of a great fish, Τρίτωνος κ. Lyc. 34.    IV dog-fish or shark, Od.12.96, cf. Epich.68, Cratin.161, Arist.HA566a31; κ. ἄγριος, κ. γαλεός and κ. κεντρίτης or κεντρίνη, Opp.H.1.373, Ael.NA1.55; ξιφίας κ., of the sword-fish, Anaxipp. 2.3.    V = σείριος (q.v.), dog-star, i.e. the hound of Orion, Il.22.29; in full, σειρίου κυνὸς δίκην S.Fr.803, cf. A.Ag.967; κυνὸς ψυχρὰν δύσιν S.Fr.432.11; πρὸ τοῦ κυνός Eup.147; μετὰ κυνὸς ἐπιτολήν, περὶ κ. ἐ., Arist.Mete.361b35, HA602a26; ἐπὶ κυνί ib.600a4, Syngr. ap. D. 35.13; ὑπὸ κύνα Arist.HA547a14, D.S.19.109; περὶ κύνα Thphr.CP 3.3.3; μετὰ κύνα Id.HP1.9.5; also of the whole constellation, Arat. 327, Gal.17(1).17.    VI the ace, the worst throw at dice, Poll.9.100, Eust.1289.63.    VII frenum praeputii, Antyll. ap. Orib.50.3.1: with pun on the prov. ap.Pherecr.l.c. (supr. 1), Ar.Lys.158: with pun on signf.v, AP5.104 (Marc. Arg.).    VIII fetlock of a horse, Hippiatr. 77.    IX unilateral facial paralysis, Gal.8.573.    X = ἀπομαγδαλία, Dsc. ap. Eust.1857.19.    XI ξυλίνη κ., = κυνόσβατος, Orac. ap. Did ap.Ath.2.70c.    XII piece in the game of πόλεις, Cratin.56.3 (dub.). (Cf. Skt. śvā, gen. śúnas, Lith. šuõ, gen. šuñs, Lat. canis, Goth. hunds (κύων), etc.)

German (Pape)

[Seite 1540] ὁ, ἡ, gen. κυνός, κύνα, ὦ κύον, später auch κύων, Bast app. ep. crit. p. 15, dat. plur. κυσί u. ep. κύνεσσι, – 1) Hund, Hündinn, Hom. u. Folgde. Schon bei Hom. erscheinen sie als sehr verbreitete Hausthiere, die zur Jagd (bei diesen herrscht das fem. vor, Soph. Ai. 8, Eur. Hipp. 18, Ar. Plut. 158, Xen. Cyn.), zur Bewachung der Häuser u. Heerden (vgl. κύνες βοτῆρες Soph. Ai. 290, κύνας ἐπικούρους ποιμνίων Plat. Rep. III, 416 a) gebraucht wurden, auch den Vornehmen, wie dem Telemach, bei öffentlichem Auftreten folgen, Od. 2, 11. 17. 62. – Häufig ist bei Hom. κύων ein tadelndes Scheltwort mit dem Begriffe der Schaamlosigkeit, Unverschämtheit, Keckheit, wie Helena sich selbst nennt, Il. 6, 344. 356, Iris die Athene, 8, 423, Hera die Artemis, 21, 481; in der Od. heißen die üppigen, pflichtvergessenen Mägde im Hause des Odysseus κύνες. Bei Männern gebraucht bedeutet es den wild, wüthend Andringenden, Tollkühnen, dessen man sich nicht erwehren kann, Il. 8, 298. 527 Od. 17, 248. – Sokrates pflegte νὴ τὸν κύνα u. μὰ τὸν κύνα zu schwören, Plat. Phaedr. 98 e Gorg. 461 a u. öfter; auch sonst findet sich dieser Schwur, Ar. Vesp. 83. – 2) die Dichter nennen auch andere Thiere, bes. fabelhafte Ungeheuer, insofern sie Diener der Götter od. Wächter sind, κύων; so heißen die Greise Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνες Aesch. Prom. 805, der Adler Διὸς πτηνὸς κύων δαφοινὸς αἰετός 1022; vgl. Ag. 134 u. Soph. frg. 766; die Erinyen heißen μητρὸς ἔγκοτοι κύνες, ja auch γυναῖκα πιστὴν δωμάτων κύνα, Wächterinn, u. ἄνδρα τόνδε τῶν σταθμῶν κύνα sagt Aesch. Ag. 593. 870; vgl. Dem. 25, 40; ἡ ῥαψῳδὸς κύων ist die Sphinx, Soph. O. R. 391; die Rachegöttinnen, μετάδρομοι κακῶν πανουργημάτων ἄφυκτοι κύνες El. 1380; vgl. Eur. El. 1342; Alexis bei Ath. IX, 379 b sagt von den Feuerfunken Ἡφαίστου κύνες ᾄττουσιν κούφως πρὸς αἴθραν, vgl. Eubul. ibd. – 3) Seehund, Meerhund; Od. 12, 96; vgl. Ael. H. A. 1, 55; Opp. Hal. 1, 373. – Auch ein Seefisch, vielleicht Schwertfisch, Pol. 34, 2, 15, ξιφίας κύων Ael. H. A. 13, 4. – 4) der Hundsstern, eigtl. der Hund des Orion, Il. 22, 29, sonst σείριος genannt, den Arist. rhet. 2, 24 τὸν κύνα τὸν ἐν οὐρανῷ nennt; ἡ τοῦ κυνὸς ἐπιτολή Pol. 1, 37, 4, öfter; darauf bezieht sich μείναντες ἐπὶ κυνὶ ἡμέρας δέκα Dem. 35, 13, wie Arist. H. A. 8, 15; ὑπὸ κύνα, ibd. 6, 1, 12, wie ὑπὸ κύνα οὔσης τῆς ὥρας D. Sic. 19, 109; περὶ u. μετὰ κύνα, Theophr. – 5) im Würfelspiel ein unglücklicher Wurf, Poll. 7, 206. – 6) am männlichen Gliede das frenum praeputii, Hesych., worauf sich das Wortspiel ἦ γὰρ ὁ ταύτης οὐρανὸς ἐντὸς ἔχει καὶ κύνα καὶ διδύμους bezieht, M. Argent. 16 (V, 105). – Der Knöchel am Pferdefuß, sonst κυνήποδες. – Κύων ξυλίνη, = κυνόσβατος, Ath. II, 70 c, im Orakel. – 7) der Cyniker, κυνικός, Aristot., Anthol. u. A.

Greek (Liddell-Scott)

κύων: ὁ καὶ ἡ, ἀμφότερα παρ’ Ὁμ., ἀλλὰ τὸ ἀρσεν. συνηθέστερ., γεν. κῠνός, δοτ. κῠνί, αἰτ. κύνα, κλητ. κύον, μετέπειτα καὶ κύων, Bast App. Ep. Cr. σ. 15· ― πληθ., ὀνομαστ. κύνες, γεν. κυνῶν, δοτ. κυσὶν Ἐπικ. κύνεσσι Ἰλ., αἰτ. κύνας· (ἴδε ἐν τέλ.). Κύων ἄρρην (σκύλλος) ἢ θήλεια (σκύλλα), Ὅμηρ., κλ., μετ’ ἐπιθέτων σημαινόντων ταχύτητα (ταχέες, ἀργίποδες, πόδας ἀργοὶ) καὶ ἀγριότητα (καρχαρόδοντες, ὑλακόμωροι, ὠμησταί)· ἐπὶ τῶν ποιμενικῶν κυνῶν, Ἰλ. Κ. 183., Μ. 302· ἀλλὰ παρ’ Ὁμ. συνηθέστατα ἐπὶ θηρευτικῶν κυνῶν κατὰ κάπρων, λεόντων, Θ. 338· κύνες θηρευταὶ ἢ θηρευτῆρες Λ. 325, κτλ.· κύνε εἰδότε θήρης Κ. 360· ὑλακτοῦσι πρὸ ἐπικινδύνου θηράματος, ἱστάμενοι μάλ’ ἐγγὺς ὑλάκτεον Σ. 585, πρβλ. Ε. 476· μετέπειτα ὅταν πρόκειται περὶ θηρευτικῶν κυνῶν τὸ πλεῖστον ἐν τῷ θηλ., ὡς ἐν Σοφ. Αἴ. 8, Εὐρ. Ἱππ. 18, καὶ συχν. ἐν Ξεν. Κυν.· ἡ Λακωνικὴ γενεὰ ἦτο περίφημος, Σοφ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 1, 3, κ. ἀλλ.· καὶ βραδύτερον ἡ Μολοσσὸς ἢ Ἠπειρωτική, αὐτόθι 3. 21, 3, καὶ ἴδε Μολοσσός· ὡσαύτως ἡ Ἰνδική, ὁ αὐτ. π. Ζ. Γεν. 2. 7, 9· δὲν ἦσαν δὲ ἄγνωστα καὶ τὰ Μελιταῖα κυνάρια, ὁ αὐτ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 6. 11· ― παροιμ., κυσὶν πεινῶσιν οὐχὶ βρώσιμα, οὐδὲ διὰ κύνας πεινῶντας βρώσιμα, Κωμικ. Ἀνών. 41· χεῖρον ἐρεθίσαι γραῦν ἢ κύνα Μένανδ. ἐν Ἀδήλ. 258· κύνα δέρειν δεδαρμένην Φερεκρ. ἐν Ἀδήλ. 1· ἡ κύων κατακειμένη ἐν τῇ φάτνη, «σκύλλος ᾽ς τὸ παχνί», Λουκ. π. Ἀπαίδ. 30, κ. ἀλλ.· χαλεπὸν χορίω κύνα γεῦσαι, εἶναι κακὸν νὰ δώσῃ τις εἰς τὸν κύνα δέρμα νὰ φάγῃ, νὰ γευθῇ δηλ. σαρκῶν, Θεόκρ. 10. 11· ― νὴ ἢ μὰ τὸν κύνα, ἦτο ὁ συνήθης ὅρκος τοῦ Σωκράτους, Πλάτ. Ἀπολ. 21Ε, Γοργ. 482Β, Κρατῖν. ἐν «Χείρωσιν» 11, πρβλ. Σχόλ. εἰς Πλάτ. Ἀπολ. 22Α, Σουΐδ.· καὶ μετὰ ταῦτα ἐν κοινῇ χρήσει ἐν Ἀθήναις, Ἀριστοφ. Σφ. 83· πιθανῶς δὲ ἔλαβε τὴν ἀρχήν του ἐκ τῆς τάσεως τῆς χρήσεως ἱερῶν ὀνομάτων οἷον νὴ τὸν Δία, καὶ ἀπεδίδετο εἰς ἀνθρώπους διατελοῦντας ἐν τῇ ἀρχεγόνῳ ἁπλότητι, οἷς ἦν μέγιστος ὅρκοςκύων, ἔπειτα χήν, θεοὺς δ’ ἐσίγων, πρβλ. κράμβη 2, χὴν 2. ΙΙ. ὡς λέξις ὀνειδιστικὴ ἢ ὕβρις, συχν. παρ’ Ὁμ. ἐπὶ γυναικῶν, πρὸς δήλωσιν ἀναισχυντίας ἢ θρασύτητος, ἀλλ’ ἧττον τραχεῖα ὕβριςσήμερον· διότι ἡ Ἑλένη καλεῖ ἑαυτὴν κύνα, Ἰλ. Ζ. 344, 356· ἡ Ἶρις καλεῖ οὕτω τὴν Ἀθηνᾶν, Θ. 423· καὶ τὴν Ἥραν ἡ Ἄρτεμις, Φ. 481· ἐπὶ τῶν θεραπαινίδων ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ὀδυσσέως, Ὀδ. Σ. 338, Τ. 91, 154, 372· ἀκολούθως, ἡ ῥαψῳδὸς, κ., ἐπὶ τῆς Σφιγγός, Σοφ. Ο. Τ. 391, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 234· ― ἐπὶ ἀνδρῶν κυρίως σημαίνει ὁρμητικότητα, ἀπερισκεψίαν, μανίαν, Ἰλ. Θ. 298, 527, Ὀδ. Ρ. 248., Χ. 35· ἀλλ’ ὡσαύτως ἐν τοῖς κυνώπης, κύντερος, ἅπερ ἴδε· κακαὶ κύνες, ἐπὶ ἀνδρῶν, Ἰλ. Ν. 623. ― Ὁ κακὸς χαρακτὴρ τῶν κυνῶν εἶναι κοινὸς ἐν ταῖς Ἀνατολικαῖς χώραις, ἔνθα συχνάκις εἶναι οἱ μόνοι καθαρισταὶ τῶν ὁδῶν καὶ τῶν πόλεων…, ὅθενφράσις ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν Ἰλ. Α. 4, πρβλ. Λ. 817., Ρ. 254., Ω. 409, Αἰσχύλ. Ἱκ. 800, Σοφ. Ἀντ. 1017, Αἴ. 830· ― ἀλλ’ ἡ διήγησις περὶ τοῦ γηραλέου Ἄργου δεικνύει ὅτι ὁ Ὅμηρος ἐγίνωσκε καλῶς τὰς ἀρετάς του, Ὀδ. Ρ. 291 κἑξ.· εὑρίσκομεν κύνας φυλάττοντας τὴν θύραν (ἴδε πυλαωρός)· ὑλακτοῦντας μόνον κατὰ τῶν ξένων, Π. 4 κἑξ., Ξ. 29, Ἰλ. Κ. 181· (οὕτωςἈγαμέμνων καλεῖται τῶν σταθμῶν κ., ὁ πιστὸς φύλαξ, ἄγρυπνος κύων, Αἰσχύλ. Ἀγ. 896· καὶ ἡ Κλυταιμνήστρα δωμάτων κ., αὐτόθι 607, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 1023)· τοὺς εὐγενεῖς ἀκολουθοῦσιν εὐνοούμενοι κύνες, οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω κύνες ἀργοὶ ἕποντο, ἐπὶ τοῦ Τηλεμάχου εἰς τὴν ἀγορὰν πορευομένου, Ὀδ. Β. 11, πρβλ. Ρ. 62· τρέφονται δὲ ἐκ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων (ἴδε τραπεζεύς, συντράπεζος). 2) ἐν Ἀθήναις, σκωπτικὸν ὄνομα τῶν κυνικῶν φιλοσόφων, Ἀριστ. Ρητ. 3. 10, 7, Ἀνθ. Π. 7. 65, 413, Διογ. Λ. 6. 19 καὶ 60 ΙΙΙ. οἱ Τραγ. ἐφαρμόζουσι τὸν ὅρον τοῦτον (μετὰ ἐπιθετικῶν προσδιορισμῶν) εἰς τοὺς ὑπηρέτας, ἀγγελιαφόρους ἢ φύλακας τῶν θεῶν ὡς ὁ ἀετὸς εἶναι Διὸς πτηνὸς κύων, Αἰσχύλ. Πρ. 1022, πρβλ. Ἀγ. 136, Σοφ. Ἀποσπ. 766· οἱ γρῦπες ὡσαύτως εἶναι Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνες, Αἰσχύλ. Πρ. 803· αἱ Ἐρινύες μετάδρομοι… πανουργημάτων ἄφυκτοι κύνες, Σοφ. Ἠλ. 1388, πρβλ. Ἰλ. Θ. 527, Αἰσχύλ. Χο. 924, Τραγ. παρ’ Ἀριστοφ. Βατρ. 472· ὁ Πὰν εἶναικύων τῆς Κυβέλης, Πινδ. Ἀποσπ. 66· αἱ Βάκχαι εἶναι Λύσσης κ., Εὐρ. Βάκχ. 977· ἡ ὕδρα Λέρνης κ., ὁ αὐτ. εἰς Ἡρ. Μαιν. 420· μέγας τις ἰχθύς, Τρίτωνος κ. Λυκόφρ. 34· οὕτως ὁ Ἄλεξις γελοίως ἐκάλεσε τοὺς ἐκ πυρὸς σπινθῆρας Ἡφαίστου κύνας, Ἄλεξ. ἐν «Μιλησίᾳ» 1. 16· καὶ οἱ πλανῆται παρὰ τοῖς Πυθαγορικοῖς ἐκαλοῦντο Φερσεφόνης κ., Κλήμ. 676. IV. τῆς θαλάσσης κύων, εἶδος ἰχθύος ἐν Ὀδ. Μ. 96, πρβλ. Ὀππ. Ἁλ. 1. 373, Κρατῖν. ἐν «Πλούτοις» 3· ἐκ τοῦ γένους τῶν σελαχοειδῶν, «σκυλλόψαρο», Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6, 11. 8· Ἀνάξιππ. ἐν «’Επιδικαζομένῳ» μνημονεύει ξιφίαν κύνα, ὅστις φαίνεται ὤν ὁ καὶ νῦν ξιφίας καλούμενος ἰχθύς. V. = σείριος, τὸ κύναστρον, ὁ κύων, τοῦ Ὠρίωνος, τεθειμένος ἐν τῷ οὐρανῷ πλησίον τοῦ κυρίου του μεταξὺ τῶν ἀστέρων, Ἰλ. Χ. 29 Κυνὸς ψυχρὰν δύσιν Σοφ. Ἀποσπ. 941· πρὸ τοῦ Κυνὸς Εὔπολ. ἐν «Κόλαξιν» 11· μετὰ κυνὸς ἐπιτολήν, περὶ κ. ἐ. Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 5, 5, π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 19, 11· ἐπὶ κυνὶ αὐτόθι 8. 15, 9· ὑπὸ κύνα αὐτόθι 5, 15, 7, κτλ.· πρβλ. Σείριος. VI. ὁ χείριστος βόλος τῶν κύβων, Λατ. dammosi canes, canicula, Πολυδ. Θ΄, 100, Εὐστ. 1289 ἐν τέλ. VII. «τὸ κάτω τῆς πόσθης συμπεφυκὸς τῷ δέρματι» Ἐτυμολ. Μέγ. 549, 26, πρβλ. Γαλην. τ. 4, σ. 358· καθόλου = αἰδοῖον, Ἀριστοφ. Λυσ. 158, Ἀνθ. Π. 5. 105, Ἡσύχ. VIII. ὁ κατὰ τὸν ἀστράγαλον ἁρμὸς τοῦ ποδὸς ἵππου, Ἡσύχ.· ― οὕτω κυνήποδες εἶναι οἱ ἀστράγαλοι τοῦ ἵππου ἐν Ξεν. Ἱππ. 1, 4 καὶ 12, Πολυδ. Α΄, 188, 191· πρβλ. κυνοβάτης. IX. σπασμωδική τις διαστροφὴ τοῦ στόματος φέρουσα τὸ ὄνομα ἐκ τῆς ὁμοιότητος πρὸς τὸ στόμα τοῦ κυνός, ὅταν ὀργιζόμενος ἐπιδεικνύῃ τοὺς ὀδόντας (rictus), Γαλην. 8. 41· κυνικὸς σπασμὸς ὁ αὐτ. 18. 2, 930. X. = ἀπομαγδαλία, Διοσκ. παρ’ Εὐστ. 1857. 19. XI. ξυλίνη κ. = κυνόσβατος, Χρησμ. παρ’ Ἀθην. 70C. (Πρὸς τὰ κύων, κυνός, πρβλ. τὸ Σανσκρ. ←va, ←van Ζενδ. ←pa (σπάκα μνημονεύεται ὡς Μηδικὸν ὑπὸ τοῦ Ἡροδ. 1. 110, πρβλ. ὡσαύτως τὸ Ρωσσικὸν sobaka)· Λατ. canis (chien)· Γοτθ. hun-ds (κύων)· Ἀρχ. Σκανδιν. hun-dr· Ἀγγλο-Σαξον. hund. κτλ).

French (Bailly abrégé)

κυνός (ὁ, ἡ)
voc. κύον, dat. κυνί, acc. κύνα ; dat. pl. κυσί;
au propre :;
1 chien, chienne, animal ; abs.κύων XÉN le chien d’Hadès, de Pluton, càd Cerbère;
2 fig. comme symbole de fidélité, de vigilance, d’audace ou d’impudence, etc.
3 p. ext. chez les poètes, surt. chez les Trag. en parl. d’animaux divers : Διὸς πτηνὸς κύων ESCHL le chien ailé de Zeus, càd l’aigle ; ἡ ῥαψῳδὸς κύων SOPH la chienne aux énigmes en vers (Sphinx) ; Ζηνὸς κύνες ESCHL les chiennes de Zeus (Harpyies) ; μεταδρόμοι πανουργημάτων ἄφυκτοι κύνες SOPH les chiennes qui poursuivent les coupables et qu’on ne peut éviter (Érinyes);
4 ironiq. en parl. des philosophes cyniques;
p. anal. :
1 constellation : κύων Ὠρίωνος IL le chien d’Orion ou Sirius ou abs. le Chien ; la saison de la Canicule ; ἐπὶ κυνί, ὑπὸ κύνα, pendant la Canicule;
2 chien de mer;
3 sorte de poisson, vulg. l’empereur;
4 frenum praeputii.
Étymologie: Κυ, crier ; cf. κωκυτός.

English (Autenrieth)

κυνός, acc. κύνα, voc. κύον, pl. dat. κύνεσσι: dog, bitch; κύνες θηρευταί, τραπεζῆες, ‘hunting’ and ‘lapdogs,’ Ἀίδᾶο, i. e. Cerberus, Il. 8.368, Od. 11.623; ‘sea-dog,’ perhaps seal, Od. 12.96; dog of Orīon, Sirius, Il. 22.29; as symbol of shamelessness, applied to women and others, Il. 13.623 ; λυσσητήρ, ‘raging hound,’ Il. 8.299.

English (Slater)

κῠων (ὁ, ἡ.) (κύων, κύνα, κύνες, κυνῶν.)
   1 dog κτείνοντ' ἐλάφους ἄνευ κυνῶν δολίων θ ἑρκέων (N. 3.51) παῖδα, θρασεῖαι τόν ποτε Γηρυόνα φρίξαν κύνες Herakles (I. 1.13) τρεχέτω δὲ μετὰ Πληιόναν, ἅμα δ' αὐτῷ κύων (sc. Orion: cf. Lucian. pro imag., 19, ὡς ὁ τὸν ὠρίωνος κύνα ἐπαινῶν ἔφη ποιητὴς λεοντοδάμαν αὐτόν) fr. 74. ὦ μάκαρ, ὅν τε μεγάλας θεοῦ κύνα παντοδαπὸν καλέοισιν Ὀλύμπιοι Pan. fr. 96. 2. ἀπὸ Ταυγέτοιο μὲν Λάκαιναν ἐπὶ θηρσὶ κύνα τρέχειν πυκινώτατον ἑρπετόν fr. 106. 2. Πελασγὸν ἵππον ἢ κύνα Ἀμυκλάιαν μιμέο *fr. 107a. 1.* κάπρῳ δὲ βουλεύοντα φόνον κύνα χρὴ τλάθυμον ἐξευρεῖν fr. 234. 3.

Spanish

perro, perra, Can Mayor

English (Strong)

a primary word; a dog ("hound") (literally or figuratively): dog.

English (Thayer)

κυνός; in secular authors of the common gender, in the N. T. masculine; Hebrew כֶּלֶב; a dog; properly: Homer) a man of impure mind, an impudent man (cf. Lightfoot on Phil. l. s.): כִּלָבִים in B. D., under the word Smith's Bible Dictionary, Dog).

Greek Monolingual

ο, η (AM κύων, κυνός, ό, ή)
1. σκύλος («Τηλέμαχον δὲ περίσσαινον κύνες ὑλακόμωροι», Ομ. Οδ.)
2. (ως υβριστική λέξη) θρασύς, αναιδής και αναίσχυντος σαν τον σκύλο («δᾱερ ἐμεῑο κυνός, κακομηχάνου ὀκρυοέσσης», Ομ. Ιλ.)
3. πιστός σαν τον σκύλο («λέγοιμ' ἂν ἄνδρα τόνδ' ἐγὼ σταθμῶν κύνα», Αισχύλ.)
αρχ.
1. (για άνδρα) αυτός που δείχνει αδιαφορία («τοῦτον δ' οὐ δύναμαι βαλέειν κύνα λυσσητῆρα», Ομ. Ιλ.)
2. (το αρσ.) κυνικός φιλόσοφος («χαρίζεται γὰρ καὶ ὁ κύων οὗτος πολλὰ τῷ Σωκράτει», Αθήν.)
3. (στη μυθολογία) ως προσωνυμία υπηρετών, αγγελιαφόρων ή φυλάκων τών θεών, καθώς και μυθικών προσώπων (α. «Διὸς δέ τοι πτηνὸς κύων δαφοινὸς ἀετός», Αισχύλ.
β. «μετάδρομοι... πανουργημάτων ἄφυκτοι κύνες» — για τις Ερινύες, Σοφ.
γ. «λέγεται ὁ Ἡρακλῆς ἐπὶ τὸν Κέρβερον κύνα καταβῆναι», Ξεν.)
4. ο καρχαρίας («δελφῑνάς τε κύνας τε, καὶ εἴ ποθι μεῑζον ἕλησιν κῆτος», Ομ. Οδ.)
5. ο ξιφίας
6. ο Σείριος («κυνὸς ψυχρὰν δύσιν», Σοφ.)
7. ο αστερισμός του Ωρίωνος
8. η χειρότερη ριξιά τών ζαριών, ο άσσος
9. η άρθρωση του ποδιού στον αστράγαλο του αλόγου
10. κυνικός σπασμός, σπασμωδική διαστροφή του στόματος
11. απομαγδαλία
12. (κατά τον Ησύχ. και το Μέγα Ετυμολογικόν) «τὸ κάτω τῆς πόσθης συμπεφυκός τῷ δέρματι»
13. φρ. α) «ξυλίνη κύων» — η κυνόσβατος
β) «νὴ τὸν κύνα» ή «μὰ τὸν κύνα» — ο συνήθης όρκος του Σωκράτους
γ) «Περσεφόνης κύνες» — προσωνυμία τών πλανητών
δ) «ἡ ῤαψῳδὸς κύων» — η Σφίγγα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κύων, κυνός ανάγεται στην ΙΕ ρίζα kwon- / kwn- «σκύλος». Οι τ. της ονομαστικής και της γενικής συνδέονται με τους αντίστοιχους τ. της αρχ. ινδ. śu-va, śunas «σκύλος», της λιθουαν. šuō, śuns «σκύλος», της ιρλδ. cu, con, της αρμ. šun, šan. To λατ. canis ανάγεται στην Ίδια ρίζα, εμφανίζει όμως δυσερμήνευτο -α-, αντί του ΙE -w- (πρβλ. κανδαύλης).
ΠΑΡ. κυνάριον, κυνικός
αρχ.
κυνέα, κύνεος, κυνηδόν, κυνιδεύς, κυνίδιον, κυνίζω, κυνιστί, κύντερος, κυνώ, κυνώ(η), κυνώδης
αρχ.-μσν.
κύνειος, κυνίσκος.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) βλ. κυν(ο)-. (Β' συνθετικό) αρχ. αντικύων, αστροκύων, ιπποκύων, προκύων, πρωτοκύων, σαρκοκύων, υδροκύων, φιλοκύων, ψευδοκύων.

Greek Monotonic

κύων: ὁ και ἡ, γεν. κῠνός, δοτ. κῠνί, αιτ. κύνα, κλητ. κύον· πληθ., ονομ. κύνες, γεν. κυνῶν, δοτ. κυσί, Επικ. κύνεσσι, αιτ. κύνας·
I. σκύλος ή σκύλα, σε Όμηρ. κ.λπ.· περισσότερο συνηθισμένο στα κυνηγετικά σκυλιά, στον ίδ. κ.λπ.· η Λακωνική ράτσα ήταν περίφημη, σε Σοφ.· νὴ ή μὰ τὸν κύνα, ήταν ο αγαπημένος όρκος του Σωκράτη, σε Πλάτ.· πρβλ. τραπεζεύς.
II. 1. ως λέξη αποδοκιμασίας ή μομφής, για να υποδηλώσει αδιαντροπιά ή θρασύτητα στις γυναίκες και απερισκεψία, αμυαλιά, στους άνδρες, σε Όμηρ.
2. στην Αθήνα, σκωπτικό όνομα των Κυνικών, σε Αριστ., Ανθ.
III. οι Τραγικοί αποδίδουν τον όρο στους εντεταλμένους των θεών· ο αετός είναι Διὸςπτηνὸς κύων, σε Αισχύλ.· οι γρύπες Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνες, στον ίδ.· οι Βάκχες Λύσσης κ., σε Ευρ. κ.λπ.
IV. σκυλόψαρο, αναφέρεται ως ψάρι στην Ομήρ. Οδ.
V. σείριος = το κύναστρο, δηλ. ο σκύλος του Ωρίωνα, που τοποθετήθηκε ανάμεσα στα αστέρια με το αφεντικό του, σε Ομήρ. Ιλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κύων κυνός, ὁ en ἡ, dat. plur. κυσί, ep. κύνεσσι hond:; κ. Ἀΐδαο de hond van Hades Il. 8.368; uitroep νὴ of μὰ τὸν κύνα bij de hond; Plat. Ap. 22a; ter omschrijving v. myth. dieren:; Διὸς πτηνὸς κ. de gevleugelde hond van Zeus (adelaar) Aeschl. PV 1022; Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνες de niet-blaffende honden van Zeus (griffioenen) Aeschl. PV 803; μητρὸς ἔγκοτοι κύνες de wrokkende honden van moeder (wraakgodinnen) Aeschl. Ch. 924; ἡ ῥαψῳδὸς κ. de declamerende hond (sfinx) Soph. OT 391; spreekw.:; κύνα δέρειν δεδαρμένην een gevilde hond villen (= nutteloos bezig zijn) Aristoph. Lys. 158; overdr. waakhond, bewaker:. δωμάτων van het paleis Aeschl. Ag. 607. als scheldwoord voor vrouwen teef; ook voor mannen:; κακαὶ κύνες laffe honden! Il. 13.623; christ. voor de onreinen:; μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν geeft het heilige niet aan de honden NT Mt. 7.6; ook voor heidenen:; ἔξω οἱ κύνες καὶ οἱ φάρμακοι buiten is de plaats van de honden en de tovenaars NT Apoc. 22.15; filos. als geuzennaam cynicus. voor andere dieren zeehond; bromvlieg. astr. hondsster, Sirius; overdr. om heetste periode van het jaar aan te geven:. ἐπὶ κυνός tijdens de hondsdagen Hp. Aër. 10.

Russian (Dvoretsky)

κύων: [[κυνός |κῠνός]] ὁ и ἡ (dat. κυνί, acc. κύνα, voc. κύον; dat. pl. κυσί - эп. κύνεσσι)
1) собака (κύνες θηρευταί или θηρευτῆρες Hom. и θηρευτικαί Plat., Arph.; κύνες βοτῆρες Soph. и κύνες ἐπίκουροι ποιμνίων Plat.): κ. Ἀΐδαο Hom. или ὁ κ. Xen. = Κέρβερος; νὴ или μὰ τὸν κύνα! Plat., Arph. клянусь собакой!, т. е. честное слово! (обычная клятва Сократа - по-видимому, чтобы не поминать имен богов); ἡ κ. κατακειμένη ἐν τῇ φάτνῃ погов. Luc. собака, лежащая в яслях, т. е. собака на сене; τί κυνὶ καὶ βαλανείῳ; погов. Luc. что общего между собакой и баней?;
2) бран. собака, пес, чаще сука Hom.;
3) философ кинической школы, киник Arst., Plut.;
4) чудовище: Διὸς πτηνὸς κ. Aesch., Soph. = αἰετός; ἡ ῥαψῳδὸς κ. Soph. = Σφίγξ; Ζηνὸς κύνες Aesch. = Ἃρπυιαι; κύνες Κωκυτοῦ Arph. = Ἐρινύες; Λέρνας κ. Eur. = Ὓδρα; κ. Ὠρίωνος Hom. и ὁ κ. Soph., Arst. = Σείριος (звезда Сириус);
5) время восхода созвездия Большого Пса, каникулы: ἐπὶ κυνί и ὑπὸ κύνα Arst. etc. во время каникул;
6) тюлень (δελφῖνές τε κύνες τε Hom., Polyb.);
7) Arph., Anth. = αἰδοῖον.

Frisk Etymological English

κυνός, κύνα
Grammatical information: m. f.
Meaning: dog, female dog (Il.).
Dialectal forms: Myc. kunaketa \/kuagetas\/.
Compounds: Several compp., e.g. κυν-ηγέτης, Dor. -αγέτας, -αγός "leader of dogs", hunter (ι 120; ); Chantraine Ét. sur le vocab. gr. 83ff.; ἀπό-κυνον "dog-death", plant-name, Marsdenia erecta (Dsc., Gal.); Strömberg Pflanzennamen 65; cf. p. 143; on κυνά-μυια s. v.
Derivatives: Diminut. κυν-ίσκος (Hdt.), -ίσκη (Ar.), -ίδιον, -άριον (Att.); κυνώ f. female dog, also as PN (Hdt.); κυνέη dogs fleece (Anaxandr.), cap, helmet, orig. from dogs fleece, then from diff. materials (αἰγείη, χαλκέη etc.; Schwyzer 37, Trümpy Fachausdrücke 40 ff.); κυνάς f. belonging to a dog, dogs hair etc. (Theoc.); κύνειος, -εος belonging to a dog (Ar.), unshamed (Il.), κυνικός doglike, cynical (X., Men.), κυνώδης dog-like (Arist.); comp. a. sup. κύντερος, -ον, -τατος shamelesser, impertinent (Schwyzer 536, Schw.-Debrunner 176); adv. κυνηδόν as a dog (S., Ar.); κυνίζω "play the dog", i.e. live as a cynic with κυνισμός (Stoic.).
Origin: IE [Indo-European] [632] *ḱuon dog
Etymology: Old name of an old domestic animal, preserved in most IE. languages, partly with the old inflexion, e.g. κύων = Skt. śuvā́, Lith. šuõ, κυνός = śúnas, šuñs etc. (Gr. accent old), IE. *ḱ́u̯ō(n), *ḱun-ós (-és) etc. Note Arm. šun < *ḱu̯ōn; unclear Lat. canis. Further forms in Bq, Pok. 632f., W.-Hofmann s. canis; on the inflexion s. Schwyzer 568, Wackernagel Ai. Gramm. 3, 278 f. Here also Hier. Hitt. śuwana- dog(?)? - Cf. also Κανδαύλης.

Middle Liddell


I. a dog or bitch, Hom., etc.; most commonly of hounds, Hom., etc.; the Laconian breed was famous, Soph.;— νή or μὰ τὸν κύνα was the favourite oath of Socrates, Plat.: cf. τραπεζεύς.
II. as a word of reproach, to denote shamelessness or audacity in women, rashness, recklessness in men, Hom.
2. at Athens a nickname of the Cynics, Arist., Anth.
III. the Trag. apply the term to the ministers of the gods; the eagle is Διὸς πτηνὸς κύων Aesch.; the griffins Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνες Aesch.; the Bacchantes Λύσσης κ. Eur., etc.
IV. a sea-dog, mentioned as a fish in Od.
V. the dog-star, i. e. the dog of Orion, placed among the stars with its master, Il.

Frisk Etymology German

κύων: κυνός, κύνα usw.
{kúōn}
Grammar: m. f.
Meaning: Hund, Hündin (seit Il.).
Composita : Zahlreiche Kompp., z.B. κυνηγέτης, dor. -αγέτας, -αγός "Hundeführer", Jäger (seit ι 120; myk. ku-na-ke-ta); Chantraine Ét. sur le vocab. gr. 83ff.; ἀπόκυνον "Hundstod", Pflanzenname, Marsdenia erecta (Dsk., Gal.); Strömberg Pflanzennamen 65; vgl. S. 143; zu κυνάμυια s. bes.
Derivative: Ableitungen: Deminutiva κυνίσκος (Hdt.), -ίσκη (Ar.), -ίδιον, -άριον (att. usw.); κυνώ f. Hündin, auch als PN (Hdt. u.a.); κυνέη Hundsfell (Anaxandr.), Mütze, Kappe, Helm, urspr. aus Hundsfell, dann aus verschiedenen Stoffen (αἰγείη, χαλκέη usw.; Schwyzer 37, Trümpy Fachausdrücke 40 ff.); κυνάς f. zum Hunde gehörig, Hundshaar (Theok. u.a.); κύνειος, -εος zum Hund gehörig (Ar. u. a.), unverschämt (ep. seit Il.), κυνικός hündisch, zynisch (X., Men. u. a.), κυνώδης ‘hund-ähnlich’ (Arist. u. a.); Komp. u. Sup. κύντερος, -ον, -τατος schamloser, frecher (Schwyzer 536, Schw.-Debrunner 176); Adv. κυνηδόν nach Hundeart (S., Ar. u.a.); κυνίζω "den Hund spielen", d.h. wie ein Kyniker leben mit κυνισμός (Stoic.).
Etymology : Alte Benennung eines alten Haustieres, die in den meisten idg. Sprachen, teilweise mit noch erhaltener ursprüngl. Flexion, vorhanden ist, z.B. κύων = aind. śuvā́, lit. šuõ, κυνός = śúnas, šuñs usw. (griech. Akzente alt), idg. *ḱúu̯ō(n), *ḱun-ós (-és) usw. Zu bemerken noch arm. šun < *ḱu̯ō̆n; unklar lat. canis. Weitere Formen aus verschiedenen Sprachen mit reicher Lit. bei Bq, WP. 1, 465f., Pok. 632f" W.-Hofmann s. canis; zur Flexion auch Schwyzer 568, Wackernagel Ai. Gramm. 3, 278 f. Hierher noch hier. heth. śuwana- ‘Hund(?)’? — Vgl. auch Κανδαύλης.
Page 2,58-59

Chinese

原文音譯:kÚwn 去按
詞類次數:名詞(5)
原文字根:繁多(者) 相當於: (כֶּלֶב‎)
字義溯源:狗*,犬類。在新約,人若沾染污穢,不聖的,不純潔的,就可能被看為像狗一樣。這字也成了種族欺視的稱呼,猶太人和外邦人彼此用這字辱罵對方
同源字:1) (κυνάριον)小狗 2) (κύων)狗 3) (σκύβαλον)丟給狗的
出現次數:總共(5);太(1);路(1);腓(1);彼後(1);啓(1)
譯字彙編
1) 狗(3) 太7:6; 路16:21; 彼後2:22;
2) 犬類(2) 腓3:2; 啓22:15