Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πολυανθής: Difference between revisions

From LSJ

Λύπης ἰατρός ἐστιν ἀνθρώποις λόγος – For men reason is a healer of grief – Für Menschen ist der Trauer Arzt allein das WortMaeroris unica medicina oratio.

Menander, Sententiae, 452
(Autenrieth)
(33)
Line 10: Line 10:
{{Autenrieth
{{Autenrieth
|auten=ές ([[ἄνθος]]): [[much]] or [[luxuriantly]] [[blooming]], Od. 14.353†.
|auten=ές ([[ἄνθος]]): [[much]] or [[luxuriantly]] [[blooming]], Od. 14.353†.
}}
{{grml
|mltxt=-ές, ΝΜΑ, ποιητ. τ. θηλ. πολυάνθεα<br /><b>1.</b> αυτός που έχει [[πολλά]] [[άνθη]]<br /><b>2.</b> αυτός που έχει πυκνή [[βλάστηση]] («ὅθι τε δρίον ἦν πολυανθέος ὔλης», <b>Ομ. Οδ.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>πολυ</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>ανθής</i> (<span style="color: red;"><</span> [[ἄνθος]]), <b>πρβλ.</b> <i>ευ</i>-<i>ανθής</i>, <i>λευκ</i>-<i>ανθής</i>].
}}
}}

Revision as of 12:19, 29 September 2017

German (Pape)

[Seite 659] ές, sehr blühend; ὕλη, Od. 14, 353; H. h. 18, 17; auch αὖραι, ἔρωτες, Anacr. 48, 11. 53, 7; Mosch. 2, 59 u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πολυανθής: -ές, (ἀνθέωπλήρης ἀνθέων ἢ ἀνθήσεως, ὕλη Ὀδ. Ξ. 353· ἔαρ Ὕμν. Ὀμ. 18. 17· πτερύγων χροίη Μόσχ. 2, 59· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζοῖς, Διοδ. Ἀποσπ. σ. 644. 49· ― ποιητ. θηλ. πολυάνθεα Νικ. Θηρ. 877.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
abondant en fleurs.
Étymologie: πολύς, ἄνθος.

English (Autenrieth)

ές (ἄνθος): much or luxuriantly blooming, Od. 14.353†.

Greek Monolingual

-ές, ΝΜΑ, ποιητ. τ. θηλ. πολυάνθεα
1. αυτός που έχει πολλά άνθη
2. αυτός που έχει πυκνή βλάστηση («ὅθι τε δρίον ἦν πολυανθέος ὔλης», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ- + -ανθής (< ἄνθος), πρβλ. ευ-ανθής, λευκ-ανθής].