συμπαραγίγνομαι: Difference between revisions

From LSJ

καὶ ὑποθέμενος κατὰ τῆς κεφαλῆς φέρειν τὰς πληγάς, ὡς ἐν ἐκείνῃ τοῦ τε κακοῦ τοῦ πρὸς ἀνθρώπους → and having instructed them to bring their blows against the head, seeing that the harm to humans ... (Josephus, Antiquities of the Jews 1.50)

Source
(6)
(4)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''συμπαραγίγνομαι:''' μέλ. -[[γενήσομαι]], αποθ., [[γίνομαι]] [[έτοιμος]] συγχρόνως, λέγεται για καρπούς που ωριμάζουν, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> [[στέκομαι]] στο [[πλευρό]] κάποιου, [[έρχομαι]] να τον βοηθήσω, [[συμπαρίσταμαι]], σε Θουκ.
|lsmtext='''συμπαραγίγνομαι:''' μέλ. -[[γενήσομαι]], αποθ., [[γίνομαι]] [[έτοιμος]] συγχρόνως, λέγεται για καρπούς που ωριμάζουν, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> [[στέκομαι]] στο [[πλευρό]] κάποιου, [[έρχομαι]] να τον βοηθήσω, [[συμπαρίσταμαι]], σε Θουκ.
}}
{{elru
|elrutext='''συμπαραγίγνομαι:''' ион. συμπαραγίνομαι<br /><b class="num">1)</b> одновременно появляться, подоспевать, приходить (ἐπὶ τὴν θεωρίαν NT): [[ὥστε]] καταβέβρωται ὁ [[πρῶτος]] [[καρπὸς]] καὶ ὁ [[τελευταῖος]] συμπαραγίνεται Her. когда съеден первый урожай, поспевает последний (т. е. новый); βραχεῖ μορίῳ ξυμπαραγενόμενοι Thuc. подоспев (на помощь) с небольшим отрядом;<br /><b class="num">2)</b> помогать (τινι Dem., NT).
}}
}}

Revision as of 12:04, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συμπαραγίγνομαι Medium diacritics: συμπαραγίγνομαι Low diacritics: συμπαραγίγνομαι Capitals: ΣΥΜΠΑΡΑΓΙΓΝΟΜΑΙ
Transliteration A: symparagígnomai Transliteration B: symparagignomai Transliteration C: symparagignomai Beta Code: sumparagi/gnomai

English (LSJ)

   A to be ready at the same time, of crops ripening, Hdt.4.199.    2 arrive or be present at the same time, PSI5.502.24 (iii B.C.); come together, Ev.Luc.23.48.    3 come together with, of planets, Vett.Val.64.22.    II stand by another, τινι D.59.72, v.l. in 2 Ep.Ti.4.16; come in to assist, Th.2.82, 6.92.

German (Pape)

[Seite 984] (s. γίγνομαι), mit od. zugleich ankommen; von der Erndte, Her. 4, 199; Thuc. 2, 82. 6, 92; Dem. 59, 72, wie adesse, beistehen; u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

συμπαραγίγνομαι: ἀποθ., εἶμαι συγχρόνως ἕτοιμος, ἐπὶ καρπῶν ὡριμαζόντων, Ἡρόδ. 4. 199. ΙΙ. συμπαραστατῶ, συμπαρευρίσκομαι, τινι Δημ. 1369. 17· ἔρχομαι εἰς βοήθειαν, Θουκ. 2. 28., 6. 92.

French (Bailly abrégé)

1 se présenter ou apparaître en même temps;
2 se tenir auprès de, τινι ; assister, τινι.
Étymologie: σύν, παραγίγνομαι.

Greek Monolingual

και συμπαραγίνομαι, Α
(αποθ.)
1. (για καρπούς) ωριμάζω ταυτόχρονα με κάποιον άλλοὥστε ἐκπέποταί τε καὶ καταβέβρωται ὁ πρῶτος καρπὸς καὶ ὁ τελευταῑος συμπαραγίνεται», Ηρόδ.)
2. βρίσκομαι κοντά, βοηθώ κάποιον
3. είμαι έτοιμος να τρέξω να βοηθήσω κάποιον
4. φθάνω σε έναν τόπο μαζί ή συγχρόνως με κάποιον ή κάποιους άλλους
5. παρουσιάζομαι συγχρόνως με κάποιον άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + παραγίγνομαι «παρουσιάζομαι, παρευρίσκομαι, ωριμάζω»].

Greek Monolingual

και συμπαραγίνομαι, Α
(αποθ.)
1. (για καρπούς) ωριμάζω ταυτόχρονα με κάποιον άλλοὥστε ἐκπέποταί τε καὶ καταβέβρωται ὁ πρῶτος καρπὸς καὶ ὁ τελευταῑος συμπαραγίνεται», Ηρόδ.)
2. βρίσκομαι κοντά, βοηθώ κάποιον
3. είμαι έτοιμος να τρέξω να βοηθήσω κάποιον
4. φθάνω σε έναν τόπο μαζί ή συγχρόνως με κάποιον ή κάποιους άλλους
5. παρουσιάζομαι συγχρόνως με κάποιον άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + παραγίγνομαι «παρουσιάζομαι, παρευρίσκομαι, ωριμάζω»].

Greek Monotonic

συμπαραγίγνομαι: μέλ. -γενήσομαι, αποθ., γίνομαι έτοιμος συγχρόνως, λέγεται για καρπούς που ωριμάζουν, σε Ηρόδ.
II. στέκομαι στο πλευρό κάποιου, έρχομαι να τον βοηθήσω, συμπαρίσταμαι, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

συμπαραγίγνομαι: ион. συμπαραγίνομαι
1) одновременно появляться, подоспевать, приходить (ἐπὶ τὴν θεωρίαν NT): ὥστε καταβέβρωται ὁ πρῶτος καρπὸς καὶ ὁ τελευταῖος συμπαραγίνεται Her. когда съеден первый урожай, поспевает последний (т. е. новый); βραχεῖ μορίῳ ξυμπαραγενόμενοι Thuc. подоспев (на помощь) с небольшим отрядом;
2) помогать (τινι Dem., NT).