κεραμεικός: Difference between revisions
πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασιν τί ποιοῦσιν → father, forgive them, for they know not what they do
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})(\n{{.*}})(\n{{elnl.*}})" to "$5$3$1$2$4") |
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2") |
||
Line 18: | Line 18: | ||
{{elru | {{elru | ||
|elrutext='''κερᾰμεικός:''' [[гончарный]] ([[τροχός]] Xen., Arst., Sext.). | |elrutext='''κερᾰμεικός:''' [[гончарный]] ([[τροχός]] Xen., Arst., Sext.). | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''κερᾰμεικός:''' <b class="num">II</b> ὁ [[гончар]], [[горшечник]] Xen. | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
Line 24: | Line 27: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ή, -ό (ΑΜ [[κεραμεικός]], ή, -όν) [[κέραμος]]<br /><b>1.</b> [[κεραμικός]]<br /><b>2.</b> <b>το θηλ. ως ουσ.</b> <i>η κεραμεική</i> (ενν. [[τέχνη]])<br />η [[τέχνη]] της κατασκευής αγγείων από πηλό, η κεραμική<br /><b>3.</b> (το αρσ. ως κύρ. όν.) <i>ο Κεραμεικός</i><br />η [[περιοχή]] του νεκροταφείου της αρχαίας Αθήνας<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> «Κεραμεικός [[κόλπος]]» — [[βαθύς]] [[κόλπος]] της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας [[μεταξύ]] τών χερσονήσων της Αλικαρνασσού και της Κνίδου<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (<b>το αρσ. ως κύριο όν.</b>) <i>ο Κεραμεικός</i><br />νεοκλασικό [[κτήριο]] εργοστασίου αγγειοπλαστικής στο Νέο Φάληρο<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «βιομηχανική κεραμεική» — ο [[βιομηχανικός]] [[κλάδος]] που ασχολείται με την [[παραγωγή]] πήλινων αντικειμένων<br />β) «τα ανάκτορα του Κεραμεικού» — τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα του Παρισιού στη [[δεξιά]] όχθη του Σηκουάνα, [[ανάμεσα]] στο Λούβρο και στα Ηλύσια Πεδία. | |mltxt=-ή, -ό (ΑΜ [[κεραμεικός]], ή, -όν) [[κέραμος]]<br /><b>1.</b> [[κεραμικός]]<br /><b>2.</b> <b>το θηλ. ως ουσ.</b> <i>η κεραμεική</i> (ενν. [[τέχνη]])<br />η [[τέχνη]] της κατασκευής αγγείων από πηλό, η κεραμική<br /><b>3.</b> (το αρσ. ως κύρ. όν.) <i>ο Κεραμεικός</i><br />η [[περιοχή]] του νεκροταφείου της αρχαίας Αθήνας<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> «Κεραμεικός [[κόλπος]]» — [[βαθύς]] [[κόλπος]] της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας [[μεταξύ]] τών χερσονήσων της Αλικαρνασσού και της Κνίδου<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (<b>το αρσ. ως κύριο όν.</b>) <i>ο Κεραμεικός</i><br />νεοκλασικό [[κτήριο]] εργοστασίου αγγειοπλαστικής στο Νέο Φάληρο<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «βιομηχανική κεραμεική» — ο [[βιομηχανικός]] [[κλάδος]] που ασχολείται με την [[παραγωγή]] πήλινων αντικειμένων<br />β) «τα ανάκτορα του Κεραμεικού» — τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα του Παρισιού στη [[δεξιά]] όχθη του Σηκουάνα, [[ανάμεσα]] στο Λούβρο και στα Ηλύσια Πεδία. | ||
}} | }} |
Revision as of 13:41, 3 October 2022
English (LSJ)
ή, όν, A = κεραμικός (cf. A.D.Adv.166.29), τροχός Arist.Mech.851b20, cf.X.Smp.7.2, Hsch. II Κεραμεικός, ὁ, the Potters' Quarter at Athens, Menecl.3, cf. Sch.Ar.Av.395, Eq.769, Ra.131.
German (Pape)
[Seite 1420] den Töpfer betreffend; τροχός, Töpferscheibe, Xen. Conv. 7, 2; 8. Emp. adv. phys. 2, 51; – nach Hesych. κεραμεικὴ μάστιξ, = ὀστρακισμός, soll wohl κεραμική heißen, s. unten u. vgl. Lob. zu Phryn. 147. – S. nom. pr.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
κεραμεικός -ή -όν [κεραμεύς] pottenbakkers-; subst. ὁ Κεραμεικός Kerameikos, pottenbakkerswijk in Athene.
Russian (Dvoretsky)
κερᾰμεικός: гончарный (τροχός Xen., Arst., Sext.).
Russian (Dvoretsky)
κερᾰμεικός: II ὁ гончар, горшечник Xen.
Greek (Liddell-Scott)
κερᾰμεικός: -ή, -όν, πιθαν. ἐσφαλμένον ἀντὶ τοῦ κεραμικός, Ἀριστ. Μηχαν. 8.β1, καὶ Ἡσύχ. (ἴδε ἐν λ. κεραμικός). ΙΙ. Κεραμεικός, ὁ, ἡ συνοικία τῶν κεραμέων· ἐν Ἀθήναις δύο τόποι ἔφερον τὸ ὄνομα τοῦτο, ὁ μὲν ἐντὸς ὁ δὲ ἐκτὸς τοῦ διπύλου, ἴδε Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἱππ. 769· ἐν τῷ ἐκτὸς Κεραμεικῷ ἐθάπτοντο οἱ ἐν πολέμῳ ἀποθανόντες, πρβλ. Θουκ. 2. 34, πρὸς τὸν Σχολ. εἰς Ἀριστοφ. Ὄρν. 395· ἐνταῦθα δὲ ἐγίνετο καὶ ἡ λαμπαδηφορία, Σχόλ. εἰς Βατρ. 129. 1125· ἴδε Λεξικ. Γεωγρ. ἐν λέξ., ἴδε καὶ κεραμικός.
Greek Monolingual
-ή, -ό (ΑΜ κεραμεικός, ή, -όν) κέραμος
1. κεραμικός
2. το θηλ. ως ουσ. η κεραμεική (ενν. τέχνη)
η τέχνη της κατασκευής αγγείων από πηλό, η κεραμική
3. (το αρσ. ως κύρ. όν.) ο Κεραμεικός
η περιοχή του νεκροταφείου της αρχαίας Αθήνας
4. φρ. «Κεραμεικός κόλπος» — βαθύς κόλπος της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας μεταξύ τών χερσονήσων της Αλικαρνασσού και της Κνίδου
νεοελλ.
1. (το αρσ. ως κύριο όν.) ο Κεραμεικός
νεοκλασικό κτήριο εργοστασίου αγγειοπλαστικής στο Νέο Φάληρο
2. φρ. α) «βιομηχανική κεραμεική» — ο βιομηχανικός κλάδος που ασχολείται με την παραγωγή πήλινων αντικειμένων
β) «τα ανάκτορα του Κεραμεικού» — τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα του Παρισιού στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ανάμεσα στο Λούβρο και στα Ηλύσια Πεδία.