Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόλπος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κόλπος Medium diacritics: κόλπος Low diacritics: κόλπος Capitals: ΚΟΛΠΟΣ
Transliteration A: kólpos Transliteration B: kolpos Transliteration C: kolpos Beta Code: ko/lpos

English (LSJ)

ὁ,

   A bosom, lap, παῖδ' ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσα Il.6.400; ἂψ ὁ πάϊς πρὸς κόλπον ἐκλίνθη ib.467; ἡ δ' ἄρα μιν κηώδεϊ δέξατο κόλπῳ (cf. 111.1) ib.483; ἱμάντα τέῳ ἐγκάτθεο κ. put the girdle in thy bosom, 14.219; εἰς κόλπον πτύσαι Thphr.Char.16.15 (cf. πτύω) ; ἐν κόλπῳ εἶχες ὄφιν Thgn.602; ὁ κ. Αβραάμ Ev.Luc.16.22; freq. of pet birds or animals, τρέφειν ἐν κ. Herod.6.102; κυνίδιον ἐν κόλπῳ τιθηνούμενον lap-dog, Plu.2.472c; κίσσαν ἐκ μέσων τῶν κόλπων ἁρπάσας Luc.Jud.Voc.8; so τὸ θυγάτριον ἐκ κόλπων τῶν ἐμῶν ἀναρπάσαντα Hld.4.14: metaph., εἰς τοὺς εὐανθεῖς κ. λειμώνων Ar.Ra.373 (lyr.); λειμώνων φύλλων τ' ἐν κόλποις ναίω Id.Av.1094 (lyr.); also τὰ ὑπὸ κόλπου, = τὰ ἀφροδίσια, Luc.Alex.39.    2 = αἰδοῖον γυναικεῖον, esp. vagina, Sor.1.16, al., Ruf.Onom.196, Poll.2.222: pl., Sor.1.70b, S.E.M.5.62.    b κόλποι τῆς ὑστέρας supposed sinuses in the womb, Hp.Nat.Puer.31, Sor.1.9 (sg.), Gal.UP14.4.    c in poets more vaguely of the whole sinus genitalis, womb, in pl., E.Hel.1145 (lyr.), Call.Jov.15: sg., Id.Del. 214; δεσποίνας ὑπὸ κόλπον ἔδυν Orph.Fr.32c.8; θεὸς διὰ κόλπου ib. 31i24: metaph., of the grave, σῶμα σὸν ἐν κόλποις… γαῖα καλύπτει IG2.3839, cf. 3412, Epigr.Gr.214.7 (Rhenea); κ. ἡμερῶν, of the womb of time, Ezek.Exag.39.    d of other cavities, οἱ κ. τῆς κοιλίας, in the ἐχῖνος, Arist.HA530b27; of the ventricles of the heart, Poll.2.216.    II fold of a garment, esp. as it fell over the girdle, freq. in pl., δεύοντο δὲ δάκρυσι κ. Il.9.570, cf. A.Pers.539 (anap.), etc.: also in sg., κ. βαθὺν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος Hdt.6.125; κόλπον ἀνιεμένη letting down the bosom of her robe, i.e. baring her breast, Il.22.80; ἐπὶ σφυρὰ κόλπον ἀνεῖσαι Theoc.15.134; κρύψε δὲ παρθενίαν ὠδῖνα κόλποις, i.e. she concealed her pregnancy by the loose folds of her robe, Pi.O.6.31; κατακρύψασ' ὑπὸ κόλπῳ Od.15.469; κόλπῳ φέρουσα… πεπλώματος A.Th.1044; ὑπὸ κόλπου (v.l. -ῳ) χεῖρας ἔχειν 'keep one's hand in one's pocket', of a stingy person, Theoc.16.16; ὑπὸ κόλπου Luc.Herm.37, 81, Hes.2, Merc.Cond.27; ὑπὸ κόλπον Hsch.s.v. μασχαλοληπτεῖ, v.l. in Luc.Ind.12.    III any bosom-like hollow:    1 of the sea, first in a half-literal sense, of a sea-goddess, Θέτις δ' ὑπεδέξατο κόλπῳ received him in her bosom, Il.6.136, cf. supr.1.1: generally, δῦτε θαλάσσης εὐρέα κ. 18.140, cf. Od.4.435; εἴσω ἁλὸς εὐρέα κ. ll.21.125: in pl., κατὰ δεινοὺς κ. ἁλός Od.5.52; also κόλποι αἰθέρος Pi.O.13.88; Ἐρέβους ἐν ἀπείροσι κ. Ar. Av.694.    2 bay, gulf, Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κ. ἐχούσας, i.e. βαθὺν κατεχούσας κόλπον, Il.2.560; Μηλιεὺς κ. A.Pers.486; κ. Ῥέας, i.e. the Adriatic, Id.Pr.837; Τυρσηνικὸς κ. S.Fr.598, cf. Hdt.2.11, 7.58,198, Th.2.90, etc.    3 vale, κ. Ἀργεῖος Pi.P.4.49; Νεμέας Id.O.9.87, cf. 14.23; Ἐλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις S.Ant.1121 (lyr.); κ. Τροίας E.Tr.130 (lyr.); Πιερικὸς κ. Th.2.99, cf. X.HG 6.5.17.    4 of a fortified site, salient, Ph.Bel.86.8.    5 ὁ κ. τοῦ ἅρματος bottom of the chariot, LXX 3 Ki.22.35.    6 fistulous ulcer which spreads under the skin, Dsc.1.128, Heliod. ap. Orib.44.8.22, Gal.11.125.    IV in Tactics, enveloping force, Onos.21.5.

German (Pape)

[Seite 1475] ὁ, 1) Busen, Schooß; παῖδ' ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσα Il. 6, 400; ἂψ ὁ πάϊς πρὸς κόλπον τιθήνης ἐκλίνθη 467; auch κόλπῳ δέξασθαι und ὑποδέξασθαι, als Ausdruck mütterlicher Liebe u. Fürsorge; auch im plur., δεύοντο δὲ δάκρυσι κόλποι 9, 570, vgl. διαμυδαλέοισι δάκρυσι κόλπους τέγγουσι Aesch. Spt. 531. – Der Mutterschooß; κρύψε ὠδῖνα κόλποις Pind. Ol. 6, 31; vgl. Eur. Hel. 1159; ἤπιος ἔξιθι κόλπου Callim. Del. 214, wie Iov. 15; γυναικεῖος S. Emp. adv. math. 5, 62; Poll. 2, 222; auch Medic. – 2) der Busen des Kleides, die große Falte, welche das Gewand unterhalb der Brust wirst, bes. der durch das Gürten des Kleides entstandene Bausch; auch im plur., Il. 22, 80; αἶψα τρί' ἄλεισα κατακρύψασ' ὑπὸ κόλπῳ ἔκφερεν Od. 15, 469; so öfters als Tasche u. zum Verbergen einer Sache benutzt, ὑπὸ κόλπου ἔχειν, ἐκκομίζειν, Luc. Hermot. 37. 81; κόλπῳ βυσσίνου πεπλώματος Aesch. Spt. 1030; ἐνδὺς χιτῶνα μέγαν καὶ κόλπον πολὺν καταλιπ όμενος τοῦ χιτῶνος Her. 6, 125; Sp., wie Pol. 3, 33, 2. – 3) übh. jede busenartige Vertiefung; der Meeresschooß, Θέτιδος κόλπος, Il. 18, 398; εἴσω ἁλὸς εὐρέα κόλπον 21, 124; vgl. 18, 140 Od. 4, 435; so sehr häufig der Meerbusen, die Bucht; Il. 2, 560; Ἀργεῖος Pind. P. 4, 49; Ῥέας Aesch. Prom. 841; auch in Prosa, bes. Strab.; – auf dem festen Lande, ein tiefer Thalgrund, zwischen hohen Bergen, Νεμέας Pind. Ol. 9, 93, Τροίας ἐν κόλποις Eur. Troad. 130; εὐανθεῖς κόλποι λειμώνων Ar. Ran. 373; – übh. Wölbung, Höhlung, αἰθέρος Pind. Ol. 13, 85. – Bei den Aerzten ein Fistelschaden, der eiternd unter der Haut um sich frißt. – Nach Einigen verwandt mit κοῖλος (?).

Greek (Liddell-Scott)

κόλπος: ὁ, ἀντιστοιχῶν κατὰ πάσας τὰς σημασίας πρὸς τὸ Λατ. sinus· Ι. ὡς καὶ νῦν, τὸ ἀπὸ τῆς ζώνης μέχρι τοῦ λαιμοῦ μέρος, παῖδ’ ἐπὶ κόλπον ἔχουσα, ἐπὶ τῆς Ἀνδρομάχης μετὰ τοῦ τέκνου αὐτῆς, Ἰλ. Ζ. 400· ἂψ ὁ πρὸς κόλπον ἐκλίνθη ὁ αὐτ. 467· ἡ δ’ ἄρα μιν κηώδεϊ δέξατο κόλπῳ (πρβλ. ΙΙΙ. 1) αὐτόθι 483· ἱμάντα τεῷ ἐγκάτθεο κόλπῳ, θὲς αὐτὸν ὡς ζώνην ἐπὶ τοῦ κόλπου σου, Ξ. 219, πρβλ. 223. 2) ἡ κοιλίαμήτρα, Εὐρ. Ἑλ. 1145, Καλλ. εἰς Δία 15, ἐν τῷ πληθ., καθ’ ἑνικ., ὁ αὐτ. εἰς Δῆλ. 214· οἱ γυναικεῖοι κ., αἱ πτυχαὶ τῆς μήτρας, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 5. 62· γυναικεῖος κόλπος, τὸ κοίλωμα τῆς μήτρας, Πολυδ. Β΄, 222, πρβλ. Ἱππ. 248, 13· ὡσαύτως, οἱ κ. τῆς κοιλίας Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 5, 6· ― μεταφ. ἐπὶ τοῦ τάφου, σῶμά τοι ἐν κόλποις... γαῖα καλύπτει Ἑλλ. Ἐπιγρ. 56, πρβλ. 88. 8., 214. 7, ἀλλ. ΙΙ. ἡ πτυχὴ ἣν σχηματίζει χαλαρὰ ἐσθής, μάλιστα ὅταν πίπτῃ ἄνωθεν τῆς ζώνης, συχν. ἐν τῷ πληθ., δεύοντο δὲ δάκρυσι κόλποι Ἰλ. Ι. 570 (566), πρβλ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 539· ― αὕτη ἡ πτυχὴ πολλάκις ἐχρησίμευεν ὡς θυλάκιον, κατακρύψασ’ ὑπὸ κόλπῳ Ὀδ. Ο. 468· κόλπον βαθὺν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος Ἡρόδ. 6. 125· ὑπὸ κόλπῳ χεῖρας ἔχειν, ἔχειν τὰς χεῖρας ὑπὸ τὸν κόλπον (ἐπὶ φιλαργύρου ἀνθρώπου), Θεόκρ. 16. 16, πρβλ. Λουκ. Ἑρμότ. 37, 81· ― ἐπὶ γυναικός, κόλπον ἀνιεμένη, «τὸ κατὰ τὸ στῆθος μέρος ἀνέλκουσα ἵνα τὸν μαστὸν δείξῃ» (Σουΐδ.), Ἰλ. Χ. 80· κόλπῳ φέρουσα... πεπλώματος, φέρουσα τὴν κάλπην ὑποκάτω τοῦ κόλπου αὐτῆς, Αἰσχύλ. Θήβ. 1039· ἐπὶ σφυρὰ κόλπον ἀνεῖσαι, ἀφεῖσαι τοὺς κόλπους τῶν ἐσθήτων αὑτῶν νὰ πέσωσιν ἐπὶ τῶν σφυρῶν αὐτῶν, Θεόκρ. 15. 134, πρβλ. Εὐρ. Φοιν. 1491· κρύψε δὲ παρθενίαν ὠδῖνα κόλποις, δηλ. ἔκρυψε τὴν ἐγκυμοσύνην της διὰ τῶν χαλαρῶν πτυχῶν τῆς ἐσθῆτος αὑτῆς, Πινδ. Ο. 6. 51. ΙΙΙ. πᾶν κοίλωμα ὅμοιον πρὸς κόλπον, ὡς 1) ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἀλλὰ κατὰ πρῶτον ἐν σημασίᾳ σχεδὸν κυριολεκτικῇ (ἴδε ἀνωτ. Ι) ἐπὶ θαλασσίας θεᾶς, Θέτις δ’ ὑπεδέξατο κόλπῳ, ἐδέχθη αὐτὸν εἰς τὸν ἑαυτῆς κόλπον, Ἰλ. Ζ. 136., Σ. 398· ἀκολούθως, καθόλου, δῦτε θαλάσσης εὐρέα κόλπον, πιθανῶς περιγραφομένου οὕτω τοῦ εὐρέος κοιλώματος τοῦ μεταξὺ τῶν κυμάτων, Σ. 140, πρβλ., Ὀδ. Δ. 435· εἴσω ἁλὸς εὐρέα κόλπον Ἰλ. Φ. 125· ὡσαύτως κατὰ πληθ., κατὰ δεινοὺς κόλπους ἁλὸς Ὀδ. Ε. 52· ― οὕτω, κόλποι αἰθέρος Πινδ. Ο. 13. 125· Ἐρέβους ἐν ἀπείροσι κόλποις Ἀριστοφ. Ὄρν. 694. 2) κόλπος θαλάσσης, Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας, δηλ. βαθὺν κατεχούσας κόλπον, τὸν Ἀργολικόν, Ἰλ. Β. 560· οὕτω, Μηλιεὺς κ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 486· κ. Ρέας, ὅ ἐστιν, ὁ Ἀδριατικός, ὁ αὐτ. ἐν Προμ. 837· Τυρσηνικὸς κ. Σοφ. Ἀποσπ. 527, πρβλ. Ἡρόδ. 4. 99., 7. 58, 198, καὶ ἀλλ. 3) ὡσάυτως, κοιλάς, κ. Ἀργεῖος (πρβλ. κοῖλον Ἄργος), Πινδ. Π. 4. 87· Νεμέας ὁ αὐτ. Ο. 9. 130, πρβλ. 14. 33· Ἐλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις Σοφ. Ἀντ. 1121· κ. Τροίας Εὐρ. Τρῳ. 130· εἰς τοὺς εὐανθεῖς κ. λειμῶνος Ἀριστοφ. Βάτρ. 373, πρβλ. Ὄρν. 1094. 4) συριγγῶδες ἕλκος, τὸ ὁποῖον ἐξαπλοῦται ὑπὸ τὸ δέρμα, Γαλην. (Ἴσως ἐκ τῆς √ΚΛΕΠ, κλέπτω, ἀποκρύπτω· -ἐν τῇ νεωτέρᾳ Ἑλληνικῇ «κόρφος», πρβλ. Ἰταλ. golfo, ὁπόθεν τὸ Γαλλ. golfe, Ἀγγλ. gulf.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
I. sein de mère ou de nourrice;
II. pli d’un vêtement;
III. p. anal.
1 repli ou enfoncement de la mer entre deux vagues, ou p.-ê. le sein de la mer, l’intérieur de la mer;
2 sein de la terre ; l’intérieur des enfers;
3 sinuosité d’un littoral ; golfe;
4 cavité, vallée profonde.
Étymologie: DELG de *κϜόλπος, cf. anglo-sax. hwealf « voûte », v.norr. holffin « voûté ».

English (Autenrieth)

bosom, also of the fold of the garment about neck and breast, Il. 9.570; fig. of the sea, θαλάσσης, ἁλός.

English (Slater)

κόλπος (-ου, -ον; -ων, -οις.)
   1 fold
   a fold of a robe. κρύψε δὲ παρθενίαν ὠδῖνα κόλποις (O. 6.31)
   b hollow, valley Νεμέας κατὰ κόλπον (O. 9.87) κόλποις παρ' εὐδόξοις Πίσας (O. 14.23) “Λακεδαίμονος Ἀργείου τε κόλπου καὶ Μυκηνᾶν” (P. 4.49) ἀνεμοσφαράγων ἐκ Παλίου κόλπων (P. 9.5)
   c gulf αἰθέρος ψυχρῶν ἀπὸ κόλπων ἐρήμου (O. 13.88)

English (Strong)

apparently a primary word; the bosom; by analogy, a bay: bosom, creek.

English (Thayer)

κόλπου, ὁ (apparently akin to κοῖλος hollow, (yet cf. Vanicek, p. 179; Liddell and Scott, under the word)), Hebrew חֵיק; the bosom (Latin sinus), i. e. as in the Greek writings from Homer down:
1. the front of the body between the arms hence ἀνακεῖσθαι ἐν τῷ κόλπῳ τίνος, of the one who so reclines at table that his head covers the bosom as it were, the chest, of the one next him (cf. B. D. under the word Smith's Bible Dictionary, Meals), ἐν τοῖς κόλποις (on the plural, which occurs as early as Homer, Iliad 9,570, cf. Winer s Grammar, § 27,3; (Buttmann, 24 (21))) τοῦ Ἀβραάμ εἶναι, to obtain the seat next to Abraham, i. e. to be partaker of the same blessedness as Abraham in paradise, ἀποφέρεσθαι ... εἰς τόν κόλπον Ἀβραάμ, to be borne away to the enjoyment of the same felicity with Abraham, οὕτω γάρ παθόντας — according to another reading θανόντας — Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ὑποδέξονται εἰς τούς κόλπους αὐτῶν, B. D. under the phrase, Abraham's bosom, and) on the rabbinical phrase אברהם שׁל בּחיקו, in Abraham's bosom, to designate bliss in paradise, cf. Lightfoot, Horace, Hebrew et Talmud., p. 851ff); ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός, lying (turned) unto the bosom of his father (God), i. e. in the closest and most intimate relation to the Father, Winer s Grammar, 415 (387)); cf. Cicero, ad div. 14,4 iste vero sit in sinu semper et complexu meo.
2. the bosom of a garment, i. e. the hollow formed by the upper forepart of a rather loose garment bound by a girdle, used for keeping and carrying things (the fold or pocket; cf. B. D. under the word <TOPIC:Dress>) (Song of Solomon , figuratively, μέτρον καλόν διδόναι εἰς τόν κόλπον τίνος, to repay one liberally, ἀποδιδόναι εἰς τόν κόλπον, a bay of the sea (cf. Italian golfo (English gulfwhich may be only the modern representatives of the Greek word)): Acts 27:39.

Greek Monolingual

(I)
ο (AM κόλπος)
1. το μέρος του σώματος από τη ζώνη ώς τον λαιμό, η αγκαλιά, ο κόρφος (α. «... στους μητρικούς κόλπους» β. «ἦν δὲ ἀνακείμενος εἶς ἐκ τῶν μαθητῶν... ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἰησοῦ», ΚΔ
γ. «παῖδ' ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσα», Ομ. Ιλ.)
2. το άμεσο περιβάλλον (α. «στους κόλπους της οικογένειας» β. «ἐν κόλποις Ἀβραάμ» — στην αγκαλιά του Αβραάμ, στον παράδεισο
γ. «ἐκ τῶν Πομπηΐου κόλπων ἄνθρωπον», Πλούτ.)
3. βαθύ κοίλο όργανο τών θηλυκών θηλαστικών και ορισμένων ασπόνδυλων το οποίο χρησιμεύει κυρίως για την υποδοχή τών γεννητικών κυττάρων του αρσενικού, αλλ. κολεός
4. κοιλότητα διαφόρων οργάνων του σώματος και κυρίως της καρδιάς («οι κόλποι και οι κοιλίες της καρδιάς»)
5. το καμπυλωμένο λόγω του στήθους μέρος του ενδύματος («ὁπότερος ὑπὸ κόλπου ἔχει τὴν φιάλην», Λουκιαν.)
6. μεγάλη εγκόλπωση της ακτογραμμής στην οποία εισχωρεί η θάλασσα (α. «ο Σαρωνικός κόλπος» β. «κόλπος θαλάσσης ἐσέχων ἐκ τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης», Ηρόδ.)
αρχ.
1. κάθε εσοχή
2. πτυχή ή θυλάκιο ενδύματος (α. «κατακρύψασα ὑπὸ κόλπῳ», Ομ. Οδ.
β. «πᾶς δ' ὑπό κόλπον χεῖρας ἔχων» — καθένας που έχει τα χέρια στις τσέπες, Θεόκρ.)
3. κοιλάδα («Πιερικός κόλπος καλεῑται ἡ ὑπὸ τῷ Παγγαίῳ πρὸς θάλασσαν γῆ», Θουκ.)
4. (για οχυρωμένη θέση) προεξοχή
5. υποδόρια πυώδης πληγή
6. φρ. α) «πτύω εἰς κόλπον» — φτύνω τον κόρφο μου για αποτροπή κακού
β) «τὰ ὑπό κόλπου» — συνουσία
γ) «κόλπος ἅρματος» — η βάση του άρματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κFόλπος, με αντιπροσώπευση του κF- (kw) ως κ- αντί π- ανομοιωτικά: κFόλπος> πόλπος > κόλπος (πρβλ. και καπνός). Η λ. συνδέεται πιθ. με αρχ. σκανδ. hualf και αγγλοσαξ. hwealf «θόλος, καμάρα». Τη λ. με σημ. «τμήμα θάλασσας που εισχωρεί βαθιά στην ξηρά» δανείστηκε η μτγν. λατ. με τη μορφή colpus (colfus, golfus) και απ' αυτήν οι ρομανικές γλώσσες (πρβλ. γαλλ. golfe). Η λ. ως α' συνθετικό με τη μορφή κολπο- απαντά σε αρκετούς σύνθετους όρους της ανατομίας και ιατρικής με σημ. «κόλπος της γυναίκας». Η λ. ως β' συνθετικό απαντά ως -κολπος, σπαν. δε και ως -κολπιος.
ΠΑΡ. κολπώδης, κολπώνω
αρχ.
κολπάριον, κολπίας, κολπίτης
αρχ.-μσν.
κολπίζω
νεοελλ.
κόλπιος, κολπίσκος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κολποειδής
αρχ.
κολπαβρός
νεοελλ.
κολπεκτομή, κολποβακτηρίδιο, κολποδυστροφία, κολποκήλη, κολπόκλειση, κολποκοιλιακός, κολποκυτταροδιαγνωστική, κολποπερινεοπλαστική, κολποπερινεορραφία, κολποπλαστική, κολπορραφία, κολποσκοπία, κολπόσπασμος, κολποτομία. (Β' συνθετικό) άκολπος, βαθύκολπος, δίκολπος, εγκόλπιος, εύκολπος
αρχ.
δύσκολπος, επικόλπιος, ευρύκολπος, ιόκολπος, μεγαλόκολπος, μελάγκολπος, μελανόκολπος, πολύκολπος, πρόκολπος, ροδόκολπος, υποκόλπιος, φιλόκολπος
νεοελλ.
ποταμόκολπος].
(II)
ο (Μ κόλπος)
χτύπημα ή πόνος από χτύπημα
νεοελλ.
1. αποπληξία
2. φρ. «του ήλθε κόλπος»
α) έπαθε αποπληξία
β) ξαφνιάστηκε από απρόοπτο γεγονόςμόλις έμαθε ότι ήταν ξαναπαντρεμένος, της ήλθε κόλπος»
μσν.
τραύμα, πληγή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. colpo (< λατ. colaphus < κόλαφος)].

Greek Monotonic

κόλπος: ὁ, Λατ. sinus·
I. 1. στήθος, κόρφος, σε Ομήρ. Ιλ.
2. μήτρα, σε Ευρ.
II. δίπλα που σχηματίζεται από χαλαρή πτύχωση σε ρούχο, και μάλιστα όταν πέφτει πάνω από την ζώνη, σε Ομήρ. Ιλ.· αυτή η πτυχή μερικές φορές χρησίμευε ως θυλάκιο, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ.· κόλπον ἀνιεμένη, αφήνοντας το μανδύα να σχηματίζει πτύχωση, δηλ. αποκαλύπτοντας το στήθος της, σε Ομήρ. Ιλ.· κόλπῳ πεπλώματος, κάτω από το πέπλο με τις βαθιές πτυχώσεις, σε Αισχύλ.· ἐπὶ σφυρὰ κόλπον ἀνεῖσαι, έχοντας αφήσει τους μανδύες τους να πέσουν στους αστράγαλους, σε Θεόκρ.
III. οτιδήποτε κοιλώδες όπως·
1. λέγεται για τη θάλασσα, αλλά πρώτα με σημασία σχεδόν κυριολεκτική, θέτις ὑπεδέξατο κόλπῳ, τον υποδέχθηκε στον κόρφο της, σε Ομήρ. Ιλ.· έπειτα, λέγεται για το βαθύ κοίλωμα μεταξύ των κυμάτων, σε Όμηρ.
2. κόλπος ή όρμος θάλασσας, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.
3. κοιλάδα, κ. Ἀργεῖος, σε Πίνδ.· Ἐλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

κόλπος: ὁ тж. pl.
1) грудь (παῖδα ἐπὶ κόλπον ἔχειν Hom.; δάκρυσι κόλπους τέγγειν Aesch.);
2) женское лоно, чрево, утроба (ἐν κόλποις Λήδας Eur.): οἱ γυναικεῖοι κόλποι Sext. = ὑστέρα;
3) анат. складка, пазуха (τῆς κοιλίας Arst.);
4) складки платья (на груди), пазуха (τοῦ χιτῶνος Her.; πεπλώματος Aesch.; κρύπτειν τι κόλποις Pind.; ἐνθέσθαι τι εἰς τὸν κόλπον Plut.);
5) перен. лоно, пучина (θαλάσσης, ἁλός Hom.; αἰθέρος Pind.; Ἐρέβους Arph.);
6) залив, бухта (βαθύς Hom.; Μηλιεύς Aesch.; Ἰνδικός Arst.): κ. Ῥέας Aesch. залив Реи, т. е. Ионическое море;
7) долина, лощина (Νεμέας Pind.): Ἑλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις Soph. в долинах Део (т. е. Деметры) Элевсинской.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κόλπος -ου, ὁ boezemplooi (van gewaad):; κόλπῳ φέρουσα βυσσίνου πεπλώματος in de plooi van het linnen kleed dragend Aeschl. Sept. 1039; κόλπον πολλὸν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος zijn chiton liet hij heel ruim overbloezen Hdt. 6.125.4; om geld in te bewaren:; δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν ze zullen het u in de schoot werpen NT Luc. 6.38; uitbr. wijd vallend gewaad, jurk:. δεύοντο δὲ δάκρυσι κόλποι haar wijde jurk werd vochtig van de tranen Il. 9.570. boezem, schoot:; παῖδ ’ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσα met het kind tegen haar borst Il. 6.400; ἐν κόλποις σε Λήδας ἐτέκνωσε πατήρ uw vader heeft u in de schoot van Leda verwekt Eur. Hel. 1145; τάχα ἄν τι καὶ τῶν ὑπὸ κόλπου ἐπράττετο er had wellicht ook iets onder de gordel plaats gevonden Luc. 42.39; overdr.: ἐκ τῶν Πομπηΐου κόλπων ἄνθρωπον een boezemvriend van Pompeius Plut. CMi 33.7. overdr. ‘schoot’ van de zee:; Θέτις δ ’ ὑπεδέξατο κόλπῳ Thetis ontving hem in haar schoot Il. 6.136; κατὰ δεινοὺς κόλπους ἁλός … ἰχθῦς ἀγρώσσων over de woelige baren van de zee op vissen jagend Od. 5.52; zeeboezem, golf:; ὁ Ἰόνιος κόλπος de Ionische golf Thuc. 1.24.1; seks.:; τὸν Μηλιᾶ κόλπον τὸν ὄπισθεν de golf van Malis erachter (= anus) Aristoph Lys. 1170; vallei:. Ἐλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις in de valleien van de Eleusinische Demeter Soph. Ant. 1121; εἰς τοὺς εὐανθεῖς κόλπους λειμῶνων naar de bloemrijke weide-valleien Aristoph. Ran. 373.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: bosom, lap, gulf, bay, vale, womb (Il.), also fistulous ulcer under the skin with κολπάριον id. (medic.).
Compounds: As 2. member e. g. in βαθύ-κολπος with folds of the garment falling down deep (Il.).
Derivatives: κολπώδης bosom-like, full of bays (E., Plb.); κολπίας swelling in folds (πέπλος, A. Pers. 1060), wind blowing from the bay, ἐγκολπίας id. (Arist.); Κολπίτης m. old name of Phoenicia (Steph. Byz.), pl. "inhabitants of the coast", name of an uncivilised people on the Red Sea (Philostr.; Redard Les noms grecs en -της 23, cf. also below on διακολπιτεύω); κολπόομαι, -όω form a fold (B., Hp.) with κόλπωσις, -ωμα folding, -ωτός folded. Several prefixed forms in diff. functions; most hell.: ἐγ-, ἐπι-, ὑπο-κόλπιος, ἀνα-, ἐγ-, ἐπι-κολπόω, ἐγ-, κατα-, περι-κολπίζω etc. However (δια-)κολπιτεύω smuggle (PTeb. 709, 9; 14; IIa) hardly with Olsson Eranos 48, 157 to κόλπος bosom, but rather to the people's-name Κολπῖται "inhabit. of the coast" (s. a.); thus ἔλαιον κολπιτικόν (PTeb. 38, 12 u. 125; IIa) smuggle-oil.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: As κόλπος may stand for *κϜόλπος (s. Schwyzer 302, Lejeune Traité de phon. 72 n. 3), κόλπος can be connected with Germ. NHG wölben, as verbal noun (*"vaulting") to the in MHG walb vaulted, OWNo, holfinn id. preserved primary verb, with as causative OWNo. huelfa, OHG (h)welben vault, OE bi-hwelbian vault above. But for the gender κόλπος would be identical with OWNo. hualf, OE hwealf f. vault (Zupitza Die germ. Gutturale 54). But the comparison with OE heofon-hwealf vault of heaven : αἰθέρος κόλποι (Pi. O. 13, 88) says nothing on the etymology, as the poetical Gr. expression is based on the idea of bosom. - Other connections, with Lat. calpar earthen wine-vessel, culcita cushion etc. (s. W.-Hofmann s. vv., also Bq) have no value; wrong also Mann Lang. 17, 14. - From κόλπος VLat. colphus > Ital. golfo.

Middle Liddell

κόλπος, ὁ,
Lat. sinus:
I. the bosom, Il.
2. the womb, Eur.
II. the fold formed by a loose garment, as it fell over the girdle, Il.:—this fold sometimes served for a pocket, Od., Hdt.; κόλπον ἀνιεμένη letting down her robe so as to form a fold, i. e. baring her breast, Il.; κόλπῳ πεπλώματος under the deep-folded robe, Aesch.; ἐπὶ σφυρὰ κόλπον ἀνεῖσαι having let their folded robes fall down to their ankles, Theocr.
III. any hollow, as
1. of the sea, first, in a half-literal sense, Θέτις ὑπεδέξατο κόλπῳ received him in her bosom, Il.; then, of the deep hollow between waves, Hom.
2. a bay or gulf of the sea, Il., Aesch.
3. a vale, κ. Ἀργεῖος Pind.; Ἐλευσινίας Δηοῦς ἐν κόλποις Soph.

Frisk Etymology German

κόλπος: {kólpos}
Grammar: m.
Meaning: Busen, Bausch, Meerbusen, Bucht, Talgrund (seit Il.), auch Geschwür unter der Haut
Composita : Als Hinterglied z. B. in βαθύκολπος ‘mit tief niederfallendem Bausch, d. h. tief gegürtet (Il. usw.).
Derivative: mit κολπάριον ib. (Mediz.). — Ableitungen: κολπώδης busenartig, buchtenreich (E., Plb. u. a.); κολπίας bauschig (πέπλος, A. Pers. 1060), vom Meerbusen blasender Wind (sp.), ἐγκολπίας ib. (Arist.); Κολπίτης m. alter Name Phöniziens (Steph. Byz.), pl. "Meerbusenbewohner", N. eines unzivilisierten Volkes am Roten Meere, das sich u. a. mit Seeraub (und mit Schmuggel?) beschäftigte (Philostr.; Redard Les noms grecs en -της 23, vgl. auch unten zu διακολπιτεύω); κολπόομαι, -όω ‘einen Bausch bilden, schwellen (lassen)’ (B., Hp. usw.) mit κόλπωσις, -ωμα Bauschung, Bausch, -ωτός gebauscht (spät). Außerdem mehrere präfixale Bildungen in wechselnder Funktion; meist hell. u. sp.: ἐγ-, ἐπι-, ὑποκόλπιος, ἀνα-, ἐγ-, ἐπικολπόω, ἐγ-, κατα-, περικολπίζω u. a. Dagegen (δια-)κολπιτεύω schmuggeln (PTeb. 709, 9; 14; IIa) schwerlich mit Olsson Eranos 48, 157 zu κόλπος Busen (*"am Busen tragen"), sondern vielmehr zu dem Volksnamen Κολπῖται "Meerbusenbewohner" (s. o.); ebenso ἔλαιον κολπιτικόν (PTeb. 38, 12 u. 125; IIa) Schmuggelöl (nach den Hrsgg. [fragend] eig. "am Busen verborgenes Öl").
Etymology : Da κόλπος für *κϝόλπος stehen kann (vgl. zu καπνός und Schwyzer 302, Lejeune Traité de phon. 72 A. 3), ergibt sich die Möglichkeit, κόλπος mit germ. nhd. wōlben zu verbinden, u. zw. als Verbalnomen (*"Wölbung") zu dem in mhd. walb wölbte sich, awno, holfinn gewölbt noch erhaltenen primären Verb, wozu als Kausativ awno. huelfa, ahd. (h)welben wölben, ags. bi-hwelbian überwölben. Bis auf das Genus wäre dann κόλπος mit awno. hualf, ags. hwealf f. Gewölbe identisch (Zupitza Die germ. Gutturale 54). Aber die Gleichung ags. heofon-hwealf Himmelsgewölbe : αἰθέρος κόλποι (Pi. O. 13, 88) besagt nichts über die Etymologie, da der poetische gr. Ausdruck vom Begriff des Busens ausgeht. — Weitere Anknüpfungen an lat. calpar Weinfaß aus Ton, culcita Kissen, Polster usw. (s. W.-Hofmann s. vv. m. Lit., auch Bq) haben keinen Wert; abzulehnen ebenfalls Mann Lang. 17, 14 (alb. kulp Efeu usw.). — Aus κόλπος vlat. colphus > ital. golfo.
Page 1,904-905

Chinese

原文音譯:kÒlpoj 可而坡士
詞類次數:名詞(6)
原文字根:胸懷 相當於: (חֹוק‎ / חֵיק‎)
字義溯源:胸懷^,胸,懷,海灣
出現次數:總共(6);路(3);約(2);徒(1)
譯字彙編
1) 懷(5) 路6:38; 路16:22; 路16:23; 約1:18; 約13:23;
2) 海灣(1) 徒27:39