Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ρήγνυμι: Difference between revisions

From LSJ

Χρηστὸς πονηροῖς οὐ τιτρώσκεται λόγοις → Non vulneratur vir bonus verbo improbo → Ein böses Wort verwundet keinen guten Mann

Menander, Monostichoi, 542
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\(=)(\w+)(\))" to "$1$2$3")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\(=)(\w+), " to "$1, ")
Line 3: Line 3:
}}
}}
{{mantoulidis
{{mantoulidis
|mantxt=(=σπάνω, [[σχίζω]]). Ἀρχική ρίζα ϝραγ-. Θέματα: α) ρηγ → ρηγ + [[πρόσφυμα]] νυ + μι → [[ρήγνυμι]], β) ραγ- ([[ἐρράγην]]), γ) μέ μετάπτωση ρωγ-. (Λατιν. [[frango]]).<br><b>Παράγωγα:</b> [[ρῆγμα]], ρηγμίν ἤ ρηγμίς (=ἡ [[ἀκτή]], ἡ ἀκροθαλασσιά), ρηκτός, [[ἄρρηκτος]], [[ἀδιάρρηκτος]], ρήκτης, [[διαρρήκτης]], [[ρῆξις]] (=[[σπάσιμο]]), [[διάρρηξις]], ρηξικέλευθος (=αὐτός πού ἀνοίγει δρόμο), [[ραγάς]], ραγή, [[ἀρραγής]] (=[[ἄθραυστος]]), [[ράξ]] – ραγός (=ρώγα σταφυλιοῦ), [[ραγίζω]], [[ράσσω]], ράγδην, ραγδαῖος, [[καταρράκτης]], [[ραχία]], [[ράχις]], ραχιαῖος, ραχίζω (=κόβω στά δύο), ραχίτης, ράχετρον, [[ρώξ]] -ρωγός (=[[σχίσιμο]]), ρωγάς-άδος (=[[ξεσχισμένος]]), ρωγαλέος (=[[ξεσχισμένος]]), ρωγμή, [[ἀπορρώξ]] (=[[ἀπότομος]]), [[ἀρρώξ]] (=[[χωρίς]] ρωγμές), [[ἀμφιρρώξ]] (=γεμάτος ρωγμές), [[διαρρώξ]] (=[[σπασμένος]]), [[περιρρώξ]] (=[[ἀπότομος]] ἀπό παντοῦ), ρωχμός (=[[σχισμάδα]]), [[ἴσως]] τό [[ράκος]] (=[[κουρέλι]]).
|mantxt=(=[[σπάνω]], [[σχίζω]]). Ἀρχική ρίζα ϝραγ-. Θέματα: α) ρηγ → ρηγ + [[πρόσφυμα]] νυ + μι → [[ρήγνυμι]], β) ραγ- ([[ἐρράγην]]), γ) μέ μετάπτωση ρωγ-. (Λατιν. [[frango]]).<br><b>Παράγωγα:</b> [[ρῆγμα]], ρηγμίν ἤ ρηγμίς (=ἡ [[ἀκτή]], ἡ ἀκροθαλασσιά), ρηκτός, [[ἄρρηκτος]], [[ἀδιάρρηκτος]], ρήκτης, [[διαρρήκτης]], [[ρῆξις]] (=[[σπάσιμο]]), [[διάρρηξις]], ρηξικέλευθος (=αὐτός πού ἀνοίγει δρόμο), [[ραγάς]], ραγή, [[ἀρραγής]] (=[[ἄθραυστος]]), [[ράξ]] – ραγός (=ρώγα σταφυλιοῦ), [[ραγίζω]], [[ράσσω]], ράγδην, ραγδαῖος, [[καταρράκτης]], [[ραχία]], [[ράχις]], ραχιαῖος, ραχίζω (=κόβω στά δύο), ραχίτης, ράχετρον, [[ρώξ]] -ρωγός (=[[σχίσιμο]]), ρωγάς-άδος (=[[ξεσχισμένος]]), ρωγαλέος (=[[ξεσχισμένος]]), ρωγμή, [[ἀπορρώξ]] (=[[ἀπότομος]]), [[ἀρρώξ]] (=[[χωρίς]] ρωγμές), [[ἀμφιρρώξ]] (=γεμάτος ρωγμές), [[διαρρώξ]] (=[[σπασμένος]]), [[περιρρώξ]] (=[[ἀπότομος]] ἀπό παντοῦ), ρωχμός (=[[σχισμάδα]]), [[ἴσως]] τό [[ράκος]] (=[[κουρέλι]]).
}}
}}

Revision as of 12:45, 29 November 2022

Greek Monolingual

ΜΑ
βλ. ρηγνύω.

Mantoulidis Etymological

(=σπάνω, σχίζω). Ἀρχική ρίζα ϝραγ-. Θέματα: α) ρηγ → ρηγ + πρόσφυμα νυ + μι → ρήγνυμι, β) ραγ- (ἐρράγην), γ) μέ μετάπτωση ρωγ-. (Λατιν. frango).
Παράγωγα: ρῆγμα, ρηγμίν ἤ ρηγμίς (=ἡ ἀκτή, ἡ ἀκροθαλασσιά), ρηκτός, ἄρρηκτος, ἀδιάρρηκτος, ρήκτης, διαρρήκτης, ρῆξις (=σπάσιμο), διάρρηξις, ρηξικέλευθος (=αὐτός πού ἀνοίγει δρόμο), ραγάς, ραγή, ἀρραγής (=ἄθραυστος), ράξ – ραγός (=ρώγα σταφυλιοῦ), ραγίζω, ράσσω, ράγδην, ραγδαῖος, καταρράκτης, ραχία, ράχις, ραχιαῖος, ραχίζω (=κόβω στά δύο), ραχίτης, ράχετρον, ρώξ -ρωγός (=σχίσιμο), ρωγάς-άδος (=ξεσχισμένος), ρωγαλέος (=ξεσχισμένος), ρωγμή, ἀπορρώξ (=ἀπότομος), ἀρρώξ (=χωρίς ρωγμές), ἀμφιρρώξ (=γεμάτος ρωγμές), διαρρώξ (=σπασμένος), περιρρώξ (=ἀπότομος ἀπό παντοῦ), ρωχμός (=σχισμάδα), ἴσως τό ράκος (=κουρέλι).