Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄθραυστος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἄθραυστος Medium diacritics: ἄθραυστος Low diacritics: άθραυστος Capitals: ΑΘΡΑΥΣΤΟΣ
Transliteration A: áthraustos Transliteration B: athraustos Transliteration C: athrafstos Beta Code: a)/qraustos

English (LSJ)

ον, A unbroken, E.Hec.17, IG2.1054d14, Melinnoap. Stob. 3.7.12; of persons, Plb.2.22.5; μέρος τῆς δυνάμεως D.S.19.30. Adv. -τως without breakage, κάμπτειν Gp.10.19.2, etc. 2 unbreakable, Arist.Mete.385a14; indestructible, ἄτομος Placit.1.3.18.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 47] unzerbrochen, unverletzt, Eur. πύργοι Hec. 17 Phoen. 1095; λιμήν Cycl. 292; Polyb. 2, 22, 5; öfter Plut., z. B. δύναμις Them. 4.

Greek (Liddell-Scott)

ἄθραυστος: -ον, ὁ μὴ τεθραυσμένος, μὴ κατεστραμμένος, ἀβλαβής, ἀκέραιος, Εὐρ. Ἑκ. 17, κτλ.· ― ὅν δὲν δύναταί τις νὰ θραύσῃ, Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 8. 5, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
non brisé, non endommagé, intact.
Étymologie: ἀ, θραύω.

Spanish (DGE)

-ον
I no roto, íntegro, incólume πύργοι E.Hec.17, ἑπτάπυργοι E.Ph.1079, σκάφος Lyc.890, συντιθέναι τοὺς ἁρμοὺς ἁρμόττοντας πανταχεῖ ἀθραύστους IG 22.1666B.87 (IV a.C.), cf. 1682.14, ID 507.12 (ambas III a.C.), ναῦς D.C.49.10.4, πόλις D.C.53.24.5, βότρυς Gp.4.15.17
de pers. ἄθραυστοι καὶ ἀσινεῖς ... ἐπανῆλθον Plb.2.22.5
fig. τηρήσας ἄθραυστα τὰ τοῦ δήμου φιλάνθρωπα habiendo preservado intactos los privilegios del pueblo, IClaros 1.M.1.21 (II a.C.), φάμα IG 12(6).285.7 (Samos II a.C.), ἄθραυστος ὄλβιος βίος una vida íntegramente feliz, IMEG 46.20 (imper.), ἡ φωνή ἄθραυστος ... καὶ ἀκέραιος el sonido carente de intermitencias y puro Plu.2.722e, ἄ. ὁ Ἀριθμὸς τῶν ἐκλεκτῶν 1Ep.Clem.59.2.
II 1irrompible, indestructible Arist.Mete.385a14, ἄτομος Placit.1.3.18
inconquistable Ὄλυμπος Melinno SHell.541.4, δάπεδον Pae.Delph.11, ἀθραυστότατον ... μέρος πόλεως Plu.Tim.18
incorruptible δικαιοσύνη Orph.H.63.5.
2 indisoluble del bautismo σφραγίς Const.App.3.16.4.
III fig. duro, obstinado Cyr.Al.M.70.1393C.
IV adv. -ως sin romper κάμπτειν Gp.10.19.2.

Greek Monotonic

ἄθραυστος: -ον (θραύω), μη σπασμένος, ακέραιος, αβλαβής, απρόσβλητος, σε Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἄθραυστος:
1) несломанный, неразрушенный, невредимый (πύργοι Eur.; μέρος τῆς πόλεως Plut.): ἄθραυστοι καὶ ἀσινεῖς ἐπανῆλθον Polyb. они вернулись целыми и невредимыми; ἄ. καὶ ἀκέραιος φωνή Plut. чистый и ясный голос;
2) неломкий Arst.

Middle Liddell

θραύω
unbroken, unhurt, Eur., etc.