καρηβαρία

From LSJ
Revision as of 07:20, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (2b)

ἡμῶν δ' ὅσα καὶ τὰ σώματ' ἐστὶ τὸν ἀριθμὸν καθ' ἑνός, τοσούτους ἔστι καὶ τρόπους ἰδεῖνwhatever number of persons there are, the same will be found the number of minds and of characters

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κᾰρηβᾰρία Medium diacritics: καρηβαρία Low diacritics: καρηβαρία Capitals: ΚΑΡΗΒΑΡΙΑ
Transliteration A: karēbaría Transliteration B: karēbaria Transliteration C: karivaria Beta Code: karhbari/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ, = foreg., Hp.Acut.49, Aph.5.22, Arist. Somn.Vig.456b29, Porph.Abst.1.28, Agath.2.38; κ. βάκτρου, paraphrase for a 'knobby' stick, AP9.249 (Maec.).

German (Pape)

[Seite 1327] ἡ, = καρηβάρεια; ὀζαλέη Macc. 10 (IX, 249), v. l. auch bei den Medic.

Greek Monolingual

καρηβαρία και ιων. τ. καρηβαρίη, ἡ (Α) καρηβαρώ
1. πόνος του κεφαλιού, κεφαλαλγία, κεφαλόπονος
2. φρ. «καρηβαρία βάκτρου» — βάρος της κορυφής ράβδου, παράφραση για ροζιασμένο ραβδί (Ανθ. Παλ.).

Russian (Dvoretsky)

κᾰρηβᾰρία:1) увесистость головки, т. е. тяжеловесный набалдашник (βάκτρου Anth.);
2) ощущение тяжести в голове, головная боль Arst., Plut.