ἐπείσακτος
σκῆπτρον χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον → sceptre pierced with golden studs, staff studded with golden nails
English (LSJ)
ον,
A brought in from outside, opp. οἰκεῖος, [Ἔρως] διὰ τῶν ὀμμάτων Pl.Cra.420b; alien, opp. αὐτόχθων, E.Ion 590; σῖτος D.18.87, 20.31; τροφή Hdn.8.5.4, cf. Ostr.757.4 (ii B.C.); ἡδονή Arist.EN 1169b26; κακόν Com.Adesp.110.5; γάμοι J.AJ8.7.5; βασιλεύς Hdn. 1.5.5; θύραθεν ἐ., opp. φύσει ὑπάρχον, Arist.PA659b19; εἰ ἐπείσακτον τὸ τῆς ἀρετῆς ἦν, καὶ μηδὲν αὐτοῦ φύσει ἡμῖν μετῆν Muson.Fr.2p.6H.: fem. [ἐπει] σάνκτην (sic) is prob. l. in SIG1231 (Nicomedia). 2 capable of import, Aristid.Or.36(48).17,18.
German (Pape)
[Seite 911] noch dazu eingeführt, eingebracht; σῖτος Dem. Lept. 31; τροφή Hdn. 8, 5. – Daher fremdartig, angenommen, Ggstz οἰκεῖος, Plat. Crat. 420 b; γένος, im Ggstz von αὐτόχθονες, Eur. Ion 590; von τὰ πάτρια, Ath. V, 274 c; ἡδονή Arist. Eth. 9, 9; οἰκέται Plut. T. Graech. 8; a. Sp., auch im adv.
Greek (Liddell-Scott)
ἐπείσακτος: -ον, ὡς τὸ ἐπακτός, ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ οἰκεῖος, ἔρως δέ, ὅτι ἐσρεῖ ἔξωθεν καὶ οὐκ οἰκεία ἐστὶν ἡ ῥοὴ αὕτη τῷ ἔχοντι, ἀλλ’ ἐπείσακτος διὰ τῶν ὀμμάτων Πλάτ. Κρατ. 420Β. ΙΙ. ὁ ἔξωθεν, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενος, ἀλλότριος, ξένος, ἀντίθετον τῷ αὐτόχθων, εἶναί φασι τὰς αὐτόχθονας Ἀθήνας οὐκ ἐπείσακτον γένος Εὐρ. Ἴων 590· σῖτος Δημ. 254. 10., 466. 21· ἡδονὴ Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 9. 9, 4· κακὸν Κωμ. Ἀνώνυμ. 50. 5· θύραθεν ἐπ., ἐν ἀντιθ. πρὸς τὸ φύσει ὑπάρχον, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 16, 11· ― θηλ. ἐπεισάκτη εἶναι πιθανὴ γραφὴ ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 3777. 9. ― Ἐν Ἰουστινιαν. Νεαραῖς 123, 29, τὸ ἐπείσακτος, ον, = συνείσακτος, ον. ― Ἐπίρρ. ἐπεισάκτως, αὐτὸς μὲν φύσει τοῦτο ἔχει, ἡμεῖς δ’ ἐπεισάκτως Ἰω. Χρυσ. τ. 4. σ. 265, 32.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
1 importé, amené du dehors;
2 étranger.
Étymologie: ἐπεισάγω.