Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκῆπτρον

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: σκῆπτρον Medium diacritics: σκῆπτρον Low diacritics: σκήπτρον Capitals: ΣΚΗΠΤΡΟΝ
Transliteration A: skē̂ptron Transliteration B: skēptron Transliteration C: skiptron Beta Code: skh=ptron

English (LSJ)

τό: Dor. σκᾶπτον (Pi.O.7.28, P.1.6, etc.), later σκᾶπτρον (AP7.428 (Mel.)), but σκῆπτρον in lyr. passages of Trag., as S.Ph.140: (σκήπτω):—

   A staff or stick, used by the lame or aged, Il.18.416, Od.13.437, 14.31, 17.199, 18.103; ἰσχὺν . . νέμοντες ἐπὶ σκήπτροις A.Ag.75; σκήπτρῳ προδεικνύς, of a blind man feeling his way, S.OT 456; πρεσβῦται . . σκήπτροισιν ἄκασκα προβῶντες Cratin.126: metaph. of the daughters of Oedipus, ὦ σκῆπτρα φωτός his staffs or supports, S.OC1109, cf. 848:—the Prose word is βακτηρία.    II staff or baton, esp. as the badge of command, sceptre: in Hom. borne by kings and chiefs, and transmitted from father to son (whence Il.2.101 sqq. is called ἡ τοῦ σκήπτρου παράδοσις, Th.1.9), Il.9.156, Od. 11.569: also borne by heralds, Il.7.277, al.; by speakers, who on rising to speak received it from the herald, 1.234, 18.505, 23.568, Od.2.37; by priests and soothsayers, Il.1.15, A.Ag.1265; later by minstrels, first in Hes. Th.30; σ. χρύσεον Il.1.15, 2.268, Od.11.91, 569; wrought by Hephaestus, Il.2.101; χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον 1.245. In oaths or protests it was held up, the gods being called to witness, ib.234, 7.412, 10.321,328; ὁ δ' ὅρκος ἦν τοῦ σ. ἐπανάτασις Arist.Pol.1285b12; used as a stick or cudgel to punish the refractory, Il.2.199,265, Pi.O.7.28, S.OT811.    2 as a symbol of royalty, kingly power, etc., Il.6.159, 9.38; τοι Ζεὺς ἐγγυάλιξε σκῆπτρόν τ' ἠδὲ θέμιστας ib.99, cf. 156,298, A.Pr.172 (anap.); τὸ θεῖον Διὸς σ. S.Ph.140 (lyr.): freq. in pl. in this sense, Hdt.7.52; τύραννα σ. A.Pr.761, cf. Eu.626; ὃς . . σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχει S.OC425, cf. 449, etc.; σκῆπτρα χώρας E.HF1167.    III = Hebr. Shevet, of the tribes (φυλαί) of Israel, LXX3 Ki.11.13,al.(but in 1 Ki.10.20 sq., φυλή is a sub-division of σκῆπτρον).    IV = λυχνὶς στεφανωματική, Ps.Dsc. 3.100.

German (Pape)

[Seite 896] τό, der Stab, eigtl. das, worauf man sich stützt (s. σκήπτω), wie der hinkende Hephästus ihn braucht, Il. 18, 416; οἷ σκῆπτρον θυμαρὲς ἔδωκεν, Od. 17, 199, dem ῥόπαλον in v. 195 entsprechend; dah. Wanderstab, Bettlerstab, 13, 437. 14, 31. 18, 103; Her. 1, 195; ἰσχὺν ἰσόπαιδα νέμοντες ἐπὶ σκήπτροις, Aesch. Ag. 75; vgl. Soph. O. R. 456. 811, der auch die den Vater stützenden u. leitenden Töchter so nennt, O. C. 852; ὦ σκῆπτρα φωτός, 1111. – Bes. als Zeichen irgend einer Würde od. Gewalt, das Scepter, Herrscherstab, Richterstab, Priesterstab, Heroldstab; bei Hom. bes. von Königen getragen, Il. 1, 234. 245. 2, 46. 101. 186. 199. 265. 268. 279; vgl. bes. Ζεὺς γάρ οἱ ὑπὸ σκήπτρῳ ἐδάμασσε, sc. δῆμον, Il. 6, 159; καί τοι Ζεὺς ἐγγυάλιξεν σκῆπτρόν τ' ἠδὲ θέμιστας, 9, 99, wo die Vrbdg der königlichen u. richterlichen Gewalt bezeichnet ist; eben so, als Zeichen der königlichen Würde, Her. 7, 52; von Priestern u. Sehern, στέμματ' ἔχων ἐν χερσὶν ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ, Il. 1, 15; Od. 11, 91; vom Richter, Il. 1, 238. Od. 11, 569; von Gesandten u. Rednern, Il. 3, 216 Od. 2, 80, wenn Einer in der Volksversammlung auftritt, um zu reden, reicht ihm der Herold das σκῆπτρον, Il. 23, 568 Od. 2, 37; von Herolden, Il. 7, 277. 18, 505; später auch von Sängern, Hes. Th. 30 (vgl. ῥάβδος, ῥαψῳδός). Beim Scepter schwört Agamemnon, ναὶ μὰ τόδε σκῆπτρον, Il. 1, 234, wo es ausführlicher beschrieben wird; es wird beim Schwur in die Höhe gehoben, Il. 7, 412. 10, 321. 328; es dient auch zum Schlagen, 2, 199. 265. 268; ein solcher Stab ist gewöhnlich golden od. mit Gold belegt, χρύσεον, Il. 1, 15. 2, 268 Od. 11, 91. 569; mit goldenen Buckeln be-schlagen, χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον, Il. 1, 245; übh. von kunstvoller Metallarbeit, 2, 101. So auch Tragg.: πρὸς τοῦ τύραννα σκῆπτρα συληθήσεται, Aesch. Prom. 763; ἔχοντα σκῆπτρον ἰθυντήριον, Pers. 750; διοσδότοις σκήπτροισι τιμαλφούμενον, Eum. 596; ὃς νῦν σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχει, Soph. O. C. 426; u. so im plur., von der Königsherrschaft, 450. 1356 El. 641; vgl. παρ' ὅτῳ τὸ θεῖον Διὸς σκῆπτρον ἀνάσσεται, Phil. 140; παλαιὰ σκῆπτρα Ταντάλου λιπών, Eur. El. 11; σκῆπτρον ἀποδιδόναι τινί, Ar. Av. 1600, u. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

σκῆπτρον: τό· Δωρ. σκᾶπτον (Πινδ. Ο. 7. 50, Π. 1. 9, κτλ.), μεταγεν. σκᾶπτρον (Ἀνθ. Π. 7. 428), ἀλλὰ σκῆπτρον ἐν λυρ. χωρίοις τῶν Τραγικ., οἷον Σοφ. Φιλ. 140· (σκήπτω)· ― ῥάβδος, βακτηρία ἐφ᾿ ἧς στηρίζεται ὁ φέρων, ἐν χρήσει παρὰ τοῖς προβεβηκόσιν, Ἰλ. Σ. 416, Ὀδ. Ν. 437, Ξ. 31, Ρ. 199, Σ 103· ἰσχὺν .. νέμοντες ἐπὶ σκήπτροις Αἰσχύλ. Ἀγ. 75· σκήπτρῳ προδεικνύς, ἐπὶ ἀνθρώπου τυφλοῦ ἐξετάζοντος τὴν ὁδὸν διὰ τῆς προεκτεταμένης ῥάβδου του, Σοφ. Ο. Τ. 456· πρεσβῦται .. σκήπτροισιν ἄκασκα προβῶντες Κρατῖν. ἐν «Νόμοις» 5· μεταφορ., ἐπὶ τῶν θυγατέρων τοῦ Οἰδίποδος, ὦ σκῆπτρα φωτός, βακτηρίαι ἢ στηρίγματα αὐτοῦ, Σοφ. Ο. Κ. 1109, πρβλ. 848, Εὐρ. Ἑκ. 281· ― σκίπων ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας, ἀλλ᾿ ἡ παρὰ τοῖς πεζογράφοις λέξις εἶναι βακτηρία. ΙΙ. ῥάβδος, ῥαβδίον, μάλιστα δὲ ἡ δηλοῦσα ἀξίωμα, ἀρχὴν· παρ᾿ Ὁμήρῳ φέρουσιν αὐτὸ οἱ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες, μεταβαίνει δὲ ἀπὸ πατρὸς εἰς υἱόν, ὅθεν τὸ χωρίον ἐν Ἰλ. Β. 100 κἑξ. καλεῖται: ἡ τοῦ σκήπτρου παράδοσις, Θουκ. 1. 9· ― ὡσαύτως φέρουσιν αὐτὸ οἱ δικασταί, Ἰλ. Α. 238, Ι. 156, Ὀδ. Λ. 569· οἱ κήρυκες, Ἰλ. Η. 277, κτλ.· οἱ ἀγορεύοντες, οἱ ὁποῖοι ἐγειρόμενοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐλάμβανον αὐτὸ παρὰ τοῦ κήρυκος, Ἰλ. Ψ. 568, Ὀδ. Β. 37· οἱ ἱερεῖς καὶ μάντεις, Ἰλ. Α. 15, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1265· βραδύτερον δὲ καὶ οἰ ῥαψῳδοί, Ἡσ. Θ. 30· πρβλ. ῥάβδος, ῥαψῳδός. Τὸ σκῆπτρον ἦτο ἐκ χρυσοῦ ἢ ἐπίχρυσον, χρύσεον Ἰλ. Α. 15, Β. 268, Ὀδ. Λ. 91, 569· ἕν τι σκῆπτρον εἶχε κατασκευάσῃ ὁ Ἥφαιστος, Ἰλ. Β. 101· χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον Α. 246. Ὀμνύοντες ἢ διαμαρτυρόμενοι ὕψωνον αὐτὸ καὶ ἐπεκαλοῦντο μάρτυρας τοὺς θεούς, αὐτόθι 234, Η. 412, Κ. 321, 328· ὁ δ᾿ ὅρκος ἦν τοῦ σκήπτρου ἐπανάτασις Ἀριστ. Πολιτικ. 3. 14, 12. Ἐχρησίμευε καὶ ὡς τιμωρητικὸν ὄργανον, ὡς ῥάβδος πρὸς σωφρονισμὸν τῶν ἀτακτούντων, Ἰλ. Β. 199, 265, πρβλ. Πινδ. Ο. 7. 50, Σοφ. Ο. Τ. 811. 2) συχνάκις ὡς καὶ νῦν, = βασιλικὴ ἐξουσία, βασιλεία, ἀρχή, κτλ., Ἰλ. Ζ. 159, Ι. 38· ᾧ ἔδωκε Κρόνου πάϊς σκῆπτρόν τ᾿ ἠδὲ θέμιστας Β. 206, πρβλ. Ι. 156, 298, Αἰσχύλ. Πρ. 171· τὸ θεῖον Διὸς σκ. Σοφ. Φιλ. 140· συνήθως ἐν τῷ πληθ. ἐπὶ τῆς σημασίας ταύτης, Ἡρόδ. 7. 52· τύραννα σκ. Αἰσχύλ. Πρ. 761, πρβλ. Εὐμ. 626· ὃς .. σκῆπτρα καὶ θρόνους ἔχει Σοφ. Ο. Κ. 425, πρβλ. 449, κτλ.· οὕτω, σκῆπτρα χώρας Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1167· πρβλ. Πόρσ. εἰς Εὐρ. Φοιν. 600, 1268. ΙΙΙ. παρὰ τοῖς Ἑβδ., σκῆπτρον = φυλή, ἐπὶ τῶν Ἰσραηλιτικῶν φυλῶν, ὡς μετάφρασις τῆς Ἐβρ. λέξ. Shevet, (ἀλλ᾿ ἐν Α΄ Βασιλ. Ι΄, 20 κἑξ., φυλὴ εἶναι ὑποδιαίρεσις τοῦ σκήπτρου)· ἴδε δωδεκάσκηπτρον. ― Καθ᾿ Ἡσύχ.: «κυρίως μὲν πᾶσα ῥάβδος. ἀπὸ τοῦ σκηρίπτεσθαι ἐπ᾿ αὐτῇ, ὅ ἐστιν ἐπερείδεσθαι. καὶ τὸ βασιλικὸν δὲ σκῆπτρον».

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
bâton :
I. bâton pour s’appuyer ; fig. appui, soutien ; particul. bâton de voyageur ou de mendiant;
II. bâton de commandement :
1 bâton de roi ou de chef, sceptre ; souveraineté, puissance;
2 bâton de juge;
3 bâton de prêtre ou de devin;
4 bâton de héraut;
5 bâton d’ambassadeur ou d’orateur dans les assemblées aux temps héroïques.
Étymologie: σκήπτω.

English (Autenrieth)

staff of a wanderer or mendicant, sceptre of kings, priests, heralds, judges. (See the cut, No. 109, representing Agamemnon.) When a speaker arose to address the assembly, a sceptre was put into his hands by a herald. Fig., as symbol of royal power and dignity, Il. 2.46; see also Od. 2.37, Od. 11.91.

Spanish

cetro

Greek Monotonic

σκῆπτρον: τό, Δωρ. σκᾶπτον, μεταγεν. σκᾶπτρον (σκήπτω
I. ραβδί ή μπαστούνι που πάνω του στηρίζεται αυτός που το κρατάει, μπαστούνι που υποβοηθεί το βάδισμα, βακτηρία, μαγκούρα, πατερίτσα, σε Όμηρ., Αισχύλ.· μεταφ., λέγεται για τις κόρες του Οιδίποδα, σκῆπτρα φωτός, τα υποβοηθητικά του ραβδιά ή στηρίγματά του, σε Σοφ.
II. 1. ραβδί ως έμβλημα εξουσίας, σκήπτρο· στον Όμηρ. το κρατούσαν οι ηγεμόνες και μετέβαινε από πατέρα σε γιο, ενώ η τελετή παράδοσης στην Ομήρ. Ιλ. καλείται ἡ τοῦ σκήπτρου παράδοσις, σε Θουκ.· το κρατούσαν επίσης δικαστές, κήρυκες και αγορητές, οι οποίοι, όταν σηκώνονταν για να πάρουν τον λόγο, το παραλάμβαναν από τον κήρυκα, σε Όμηρ.
2. τα σκήπτρα, δηλ. βασιλεία, βασιλική ισχύς, εξουσία, σε Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

σκῆπτρον: дор. σκᾰπτον, поздн. Anth. σκᾶπτρον τό
1) палка, посох, перен. опора (σ. καὶ πήρη Hom.): τυφλὸς σκήπτρῳ προδεικνύς Soph. слепец, палкой нащупывающий дорогу; ἐκ τούτοιν σκήπτροιν Soph. с помощью двух этих опор;
2) жезл (знак достоинства жрецов, прорицателей, судей, послов, глашатаев, но тж. выступающих с речью): σ. οἱ ἔμβαλε χειρὶ κῆρυξ Hom. глашатай вложил ему в руку жезл, т. е. предоставил ему слово;
3) скиптр (τὸ σ. Διός Soph.); перен., тж. pl. царская власть: Πέλωψ δῶκε τὸ σ. Ἀτρέϊ Hom. Пелоп передал скиптр (т. е. царскую власть) Атрею; σκῆπτρα χώρας Eur. власть над страной.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκῆπτρον -ου, τό [σκήπτω] Dor. σκᾶπτον, later σκᾶπτρον scepter, staf:. σκήπτρῳ μέν τοι δῶκε τετιμῆσθαι (Zeus) heeft u gegeven geëerd te zijn door een scepter Il. 9.38. stok:; ἰσχὺν... νέμοντες ἐπὶ σκήπτροις onze kracht voortbewegend, (steunend) op stokken Aeschl. Ag. 75; overdr. steun:. οἱ πιστοὶ φίλοι σκῆπτρον βασιλεῦσιν ἀληθέστατον betrouwbare vrienden zijn voor koningen de meest waarachtige steun Xen. Cyr. 8.7.13.

Middle Liddell

σκῆπτρον, ου, τό, σκήπτω
I. a staff or stick to lean upon, a walking-stick, Hom., Aesch.: metaph. of the daughters of Oedipus, σκῆπτρα φωτός his staffs or supports, Soph.
II. a staff, as the badge of command, a sceptre: in Hom. borne by chiefs, and transmitted from father to son, whence the passage in Il. 2 is called ἡ τοῦ σκήπτρου παράδοσις, Thuc.:—also borne by judges, by heralds, by speakers, who on rising to speak received it from the herald, Hom.
2. the sceptre, i. e. royalty, kingly power, rule, Il., Trag.