Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡμεῖς

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: ἡμεῖς Medium diacritics: ἡμεῖς Low diacritics: ημείς Capitals: ΗΜΕΙΣ
Transliteration A: hēmeîs Transliteration B: hēmeis Transliteration C: imeis Beta Code: h(mei=s

English (LSJ)

   A v. ἐγώ. ἡμεκτέω, v. περιημεκτέω.

German (Pape)

[Seite 1164] wir, äol. u. ep. ἄμμες, wie Hom., aber auch Pind. P. 4, 144; dor. ἁμές, Tim. Locr. 96 a u. Alcm. bei Apollon. de pron. p. 378; bei Ar. Lys. 1162 ἀμές geschrieben, aber 168 ἇμες; – gen. ἡμῶν, unser, ion. u. ep. ἡμέων, ep. auch ἡμείων, wie Od. 24, 169; dor. ἁμῶν, Ar. Lys. 168; Theocr. 2, 158; äol. ἀμμέων, Alcaeus bei Apollon. a. a. O.; – dat. ἡμῖν, uns, mit inklinirtem Ton, ἥμιν, u. nach Versbedürfniß ἧμιν, Il. 17, 415 Od. 8, 569; Soph. O. R. 39. 42 u. oft; Ar. Av. 386, wo von Bekk. ἡμίν, wie auch bei Soph. von Einigen geschrieben wird; Lys. 124 Plut. 286; dor. ἁμίν (v. l. ἄμμιν), Theocr. 7, 135, nach den Zeugnissen der Alten; so Aesch. Eum. 329; auch ἁμῖν, Theocr. 3, 106; äol. ἄμμιν, Od. 12, 275 u. öfter, Pind. P. 4, 154, Aesch. Spt. 141, u. ἄμμι, Od. 1, 384 Ap. Rh. 2, 241 Theocr. 1, 102; – acc. ἡμᾶς, uns, ion. u. ep. ἡμέας, mit inklinirtem Ton, ἧμας, Od. 16, 273; äol. ἄμμε, was eigtl. dual. war, Il. 1, 59; Pind. Ol. 9, 114; Theocr. 8, 25 u. sonst.

Greek (Liddell-Scott)

ἡμεῖς: ἴδε ἐν λ. ἐγώ.

French (Bailly abrégé)

gén. ion. ἡμείων;
v. ἐγώ.

English (Autenrieth)

and ἄμμες, gen. ἡμέων and ἡμείων, dat. ἠμῖν and encl. ἧμιν, also ἄμμι(ν), acc. ἄμμε, ἡμέας (encl. ἧμας, Od. 16.372): we, us.

English (Strong)

nominative plural of ἐγώ; we (only used when emphatic): us, we (ourselves).

Greek Monolingual

(AM ἡμεῑς)
ονομ. πληθ. της προσ. αντων. εγώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. της ονομ. (ιων.-αττ. ἡμεῖς, δωρ. ἁμές, αιολ. ἄμμες) προήλθαν, όπως και στη λατ. (ονομ., αιτ. nos), από το θ. της αιτ. (ιων.-αττ. ἡμέ-, δωρ. ἁμέ-, αιολ. ἄμμε-) + κατάλ. τών ον. -ες (ἡμέ-ες > ἡμεῖς), ενώ σε άλλες ΙΕ γλώσσες οι τ. της ονομ. έχουν διαφορετικό θ. από εκείνους της αιτ. (πρβλ. γοτθ. ονομ. weis «εμείς», αιτ. uns «εμάς», αρχ. ινδ. ονομ. vay-am «εμείς», αιτ. asman «εμάς»). Η κλίση της αιτ. (αττ. ἡμᾶς, ιων. ἡμέας) ακολούθησε, αντιστρόφως, το παράδειγμα της ονομ. παίρνοντας την καταλ. τών ον. -ας. Οι αιτ. της δωρ. ᾱμέ και της αιολ. ἄμμε βρίσκονται πλησιέστερα στον αρχικό ελλ. τ. ἄσμε (< ΙΕ τ. .nsme «εμείς» < n-sm(e) < ns- και επίθημα -sm(e), πρβλ. και αβεστ. ahma, αρχ. ινδ. asmān «εμάς», λατ. nos, αρχ. ινδ. nas, το γοτθ. uns «εμάς». Η δασύτητα της ελλ. θεωρείται αναλογική προς το ὑμεῖς ή, κατ' άλλη άποψη, από το επίθημα sme > hme και μεταφορά της στο αρχικό φωνήεν. Οι τ. της δοτ. (ιων. -αττ. ἡμῖν, δωρ. ἁμῑν, αιολ. ἄμμιν) ανάγονται σε αρχικό ελλ. τ. ἀσμι(ν), η κλίση του οποίου θυμίζει έντονα εκείνην τών δοτ. ορισμένων δεικτικών και ερωτηματικών αντων. διαφόρων ΙΕ γλωσσών (πρβλ. αβεστ. ahmi, αρχ. ινδ. asmin «σ' αυτόν» και αβεστ. kahmi, αρχ. ινδ. kasmin «σε ποιόν;»). Η ιων.-αττ. παρουσιάζει έκταση του καταληκτικού φωνήεντος -ι-, φαινόμενο που παρατηρείται σποραδικά και στη δωρική, όχι όμως σε άλλες ΙΕ γλώσσες. Ίσως οφείλεται σε αναλογία προς τις μακρές καταλήξεις τών ἡμεῖς, ἡμῶν, ἡμᾶς. Τα νεοελλ. εμείς, εμάς παρουσιάζουν προθεματικό φωνήεν ε- κατά το εγώ.
ΠΑΡ. ημέτερος.
ΣΥΝΘ. ημεδαπός].

Greek Monotonic

ἡμεῖς: ἡμᾶς, ονομ. και αιτ. πληθ. του ἐγώ.

Russian (Dvoretsky)

ἡμεῖς: (pl. к ἐγώ) мы.

Frisk Etymological English

Grammatical information: pron. pers.
Meaning: we, us (Il.).
Other forms: acc. ἡμᾶς, Ion. ἡμέας, Dor. ἁμές, acc. ἁμέ, Aeol. ἄμμες, acc. ἄμμε
Derivatives: Possessive ἡμέ-τερος, Dor. ἁμέ-τερος, ἁμός, Aeol. ἀμμέ-τερος, ἄμμος our. The acc. ἁμέ, ἄμμε go back on *ἀσμε (s. below) and gave through adopting nominal inflexion the nom. ἁμές, ἄμμες, then also ἡμεῖς (from -έες) with the new acc. ἡμέας, and with irregular contraction ἡμᾶς. Then came the genetives ἡμῶν, ἡμέων, ἁμέων, ἀμμέων. On the datives ἡμῖν etc. s. below.
Origin: IE [Indo-European] [35] *ne\/os we
Etymology: The archaic ἁμέ, ἄμμε < *ἀσμε agree exactly with Av. ahma us; in Skt. asmā́n id. it got the nominal ending. Other forms like Skt. nas (enclitic), Lat. nōs, Goth. uns < IE *nōs resp. *n̥s show for *ἀσμε = Av. ahma IE basis with added element -sme: *n̥sme < *n̥s-sme. The spiritus in ἁμ-, ἡμ- could be analogical after ὑμ-. - The dativ ἡμῖν, Dor. ἁμιν, Aeol. ἄμμι(ν) from *ἀσμι(ν) recalls the Indo-Iranian demonstratives and interrogatives Av. ahmi, ásmin in eo, Av. kahmi, Skt. kásmin in quo?; cf Cret. ὅτι-μι, μήδι-μι. The long -ῖν is an innovation (after the longvowel endings in ἡμ-ῶν, -εῖς etc.?). - Greek like Latin and Celtic lost the specific nominative for we, Goth. weis, Hitt. u̯ēš, Skt. vay-ám etc. and used the acc. - Details Schwyzer 600ff.

Frisk Etymology German

ἡμεῖς: {hēmeĩs}
Forms: Akk. ἡμᾶς, ion. ἡμέας, dor. ἁμές, Akk. ἁμέ, äol. ἄμμες, Akk. ἄμμε
Meaning: wir, uns (seit Il.).
Derivative: Davon die Possessiva ἡμέτερος, Dor. ἁμέτερος, ἁμός, äol. ἀμμέτερος, ἄμμος unser. Die Akkusative ἁμέ, ἄμμε gehen auf *ἀσμε zurück (s. unten) und ergaben durch Angleichung an die Nominalflexion die Nom. ἁμές, ἄμμες, dann auch ἡμεῖς (wohl aus -έες) mit dem neuen Akk. ἡμέας, durch unregelmäßige Kontraktion (oder nach ἧμας π 372?) ἡμᾶς. Hinzu kamen die Genetive ἡμῶν, ἡμέων, ἁμέων, ἀμμέων. Zu den Dativen ἡμῖν usw. s. unten.
Etymology : Die altertümlichen ἁμέ, ἄμμε aus *ἀσμε stimmen genau zu aw. ahma uns; in aind. asmā́n ib. wurde die nominale Endung hinzugefügt. Andere Formen wie aind. nas (enklitisch), lat. nōs, got. uns aus idg. *nō̆s bzw. *n̥s erweisen für *ἀσμε = aw. ahma eine idg. Grundform mit einem angehängten Element -sme: *n̥sme aus *n̥s-sme. Der Spiritus in ἁμ-, ἡμ- läßt sich analogisch aus ὑμ- erklären. — Der Dativ ἡμῖν, dor. ἁμῐν, äol. ἄμμι(ν) aus *ἀσμι(ν) erinnert stark an die indoiranischen Demonstrativa und Interrogativa aw. ahmi, ásmin in eo, aw. kahmi, aind. kásmin ‘in quo?’; dazu noch kret. ὅτιμι, μήδιμι. Die Länge -ῖν ist jedenfalls eine Neuerung (nach den langvokalischen Ausgängen in ἡμῶν, -εῖς usw.?). — Das Griechische hat wie das Latein und das Keltische den besonderen Nominativ für wir, got. weis, heth. u̯ēš, aind. vay-ám usw. eingebüßt und durch den Akkusativ ersetzt. — Einzelheiten mit reicher Lit. und Diskussion bei Schwyzer 600ff.
Page 1,635