Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλλότριος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἀλλότριος Medium diacritics: ἀλλότριος Low diacritics: αλλότριος Capitals: ΑΛΛΟΤΡΙΟΣ
Transliteration A: allótrios Transliteration B: allotrios Transliteration C: allotrios Beta Code: a)llo/trios

English (LSJ)

Aeol. ἀλλότερρος EM529.24, α, ον, (ἄλλος)

   A of or belonging to another, βίοτος, νηῦς, ἄχεα, Od.1.160, 9.535, Il.20.298; γυνή another man's wife, A.Ag.448 (lyr.); ἀλλοτρίων χαρίσασθαι to be bountiful of what is another's, Od.17.452; γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν with faces unlike their own, of a forced, unnatural laugh, ib.20.347; ἀ. ὄμμασιν εἷρπον by the help of another's eyes, S.OC 146(lyr.); οὐκ ἀ. ἄτην not inflicted by other hands, Id.Ant.1259; but ἀ. φόνος murder of a stranger (cf. 11.1), Pl.Euthphr.4b: prov., ἀ. ἀμᾶν θέρος reap where one has not sown, Ar.Eq.392, cf. Hes.Th.599; ἀλλοτριωτάτοις τοῖς σώμασιν χρῆσθαι deal with one's body as if it belonged to another, Th.1.70; τὰ ἀλλότρια, contr. τἀλλότρια, what belongs to others, not one's own, τἀ. ἀποστερεῖν, δειπνεῖν, X.Ages.4.1, Theopomp. Com.34.    II opp. οἰκεῖος, foreign, strange,    1 of persons, ἀ. φώς stranger, Od.18.219, cf. Ar.Ra.481; almost = enemy, Il.5.214, Od.16.102; οὐδέ τις ἀλλοτρίων no stranger, Hdt.3.155; εἴτε ἀ. εἴτε οἰκεῖος ὁ τεθνεώς Pl.Euthphr.4b; ἀ. τῆς πόλεως Lys.28.6; οὐδείς ἐστί μοι ἀ., ἂν ᾖ χρηστός Men.602; ἀλλοτριώτερος τῶνπαίδων less near than thy children, Hdt.3.119; ἀλλοτριώτερος, opp. οἰκειότερος, Arist.EN 1162a3: c. dat., ἀλλότριοι ὑμῖν ὄντες Isoc. 14.51.    b hostile, unfavourably disposed, c. gen., ἀ. Ῥωμαίων Plb.28.4.4; -ώτατος μοναρχίας D.S.16.65; ἀλλότρια φρονῶν τοῦ βασιλέως Plb.36.15.7, cf. OGI90.19 (Rosetta).    c disinclined, πρὸς τὰς κακοπαθείας Plb.36.15.2.    2 of things, alien, strange, τροφή Pl.R.491d (Comp.), etc.; εἴ τι πρότερον γέγονεν ἀ. estrangement, Decr. ap. D.18.185; ἡ ἀ. alien country, enemy's country, Lys.2.6, Isoc.10.50, cf. Hdt.8.73: c. gen., alien from, ἐπιτηδεύματα δημοκρατίας ἀ. Lys.31.34; οὐδὲν ἀ. ποιῶν τοῦ τρόπου Decr. ap. D.18.182.    b Medic., abnormal, Sor.2.5, Gal.14.780; ἀ. σάρκες superfluous fat, Pl.R.556d.    c foreign to the purpose, λόγοι Arist.EE1218b23: Comp., Id.EN1159b24: Sup., Id.Cat.15b29, cf. Polystr.p.17 W.    d Astrol., = ἀπόστροφος, POxy. 464.16.    III Adv. ἀλλοτρίως, διακεῖσθαι πρὸς ἀλλήλας to be unfavourably disposed towards... Lys.33.1, cf.Isoc.12.159; ἄ. ἔχειν πρός . . Id.5.80: Comp. -ιώτερον less favourably, D.18.9.    2 strangely, marvellously, Epigr.Gr.989.2.    3 in a manner foreign to, c. gen., Pers.Stoic.1.1co. [-οτρ- only in Men.557 s. v. l.]

German (Pape)

[Seite 106] (ἄλλος), 1) fremd, a) aus einem andern Lande, Od. 18, 219, dah. feindselig, Il. 5, 214 Od. 16, 102. – b) anderen gehörig, dem οἰκεῖος entgegengesetzt, Plat. Euth. 4 b u. sonst; vgl. Her. 3. 119; Soph. Ant. 1244; schon oft bei Hom., βίοτος, οἶκος, βόες, νηῦς; Iliad. 20, 298 ἕνεκ' ἀλλοτρίων ἀχέων; οἵ τ' ἐπὶ γαίης ἀλλοτρίης βῶσιν Od. 14, 86; ἀλλοτρίων χαρίσασθαι, von fremdem Gute freigebig sein, Od. 17, 452; ἀλλοτρίοις γναθμοῖς γελᾶν, mit verzerrtem, gleichsam fremdem Gesichte lachen, oder lachen, ohne daß man zum Lachen gestimmt ist, Od. 20, 347; – τινί, Jemandem fremd sein, Isocr– 2) fremdartig, ὄμμα Plat. Phaed. 99 b, das Gefühl, welches auch im Finstern etwas wahrnimmt; unpassend, nicht zur Sache gehörig. ἀλλότρια λέγειν Phil. 29 a; nicht übereinstimmend, τινός, womit, οὐδὲν ἀλλότριον ποιῶν οὔτε τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος οὔτε τοῦ τρόπου Dem. 18, 182 im Psephisma; τὸν σκοτίης Κύπριδος ἀλλ. Add. 8 (VII, 51); Sp. – Adv. ἀλλοτρίως διακεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους, feindselig gegen einander gesinnt sein, Lys. 33, 1; Isocr.; τινί D. Sic. 13, 113.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλλότριος: -α, -ον, (ἄλλος), ὁ ἐξ ἄλλου ὢν ἢ εἰς ἄλλον ἀνήκων, Λατ. alienus, ἀντίθ. τῷ ἴδιος, Ὅμ., κτλ.: ἀλλ: βίοτος, νηῦς, ἄχεα, Ὅμ.: ἀλλ. γυνή, ξένη, ἄλλου ἀνδρὸς σύζυγος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 447 (λυρ.): ἀλλοτρίων χαρίσασθαι, δωροῦμαι τὰ ἀλλότρια, χαρίζω ξένα πράγματα, Ὀδ. Ρ. 452· γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν, ἐπὶ τῶν μνηστήρων, ἐγέλων διὰ ξένων παρειῶν, κατελήφθησαν ὑπὸ ἀκουσίου νευρικοῦ γέλωτος, ἐπὶ βεβιασμένου καὶ παρὰ φύσιν γέλωτος· πρβλ. τὸ τοῦ Tennyson «laughed with alien lips» = ἐγέλασε δι’ ἀλλοτρίων χειλέων· (πρβλ. Val. Flacc. 8. 164), (κατ’ Εὐστ.), σημαίνει τὸ γελᾶν ἐκ θυμοῦ ἢ ἀμηχανίας τινός, ἐφ’ οἷς μὴ ἄξιον, Ὀδ. Υ. 347· (ὁ Ὁράτιος ἐδανείσθη τὴν φράσιν malis ridere alienis, ἀλλ’ ἐφήρμοσεν αὐτὴν διαφόρως)· ἀλλ. ὄμμασιν εἷρπον, τῇ βοηθείᾳ ξένων ὀφθαλμῶν, Σοφ. (λυρ.) Ο. Κ. 146· οὐκ ἀλλ. ἄτην, μὴ προξενηθεῖσαν δι’ ἀλλοτρίων χειρῶν, ὁ αὐτ. Ἀντ. 1259: ― παροιμ. ἀλλότριον ἀμᾶν θέρος, θερίζειν τὸν ξένον σῖτον, Ἀριστοφ. Ἱππ. 392· πρβλ. Ἡσ. Θ. 599· ἀλλοτριωτάτοις τοῖς σώμασι χρῆσθαι, μεταχειρίζεσθαί τινα τὸ σῶμα ὡς ἐὰν τελείως ἀνῆκεν εἰς ἄλλον, Θουκ. 1. 70· τὰ ἀλλότρια, κατὰ κρᾶσιν τἀλλότρια, τὰ ἀνήκοντα εἰς ἄλλους, τὰ ἀλλότρια δειπνεῖν, Θεόπ. Κωμ. ἐν «Ὀδυσσεῖ» 3 καὶ ἀλλ. ΙΙ. κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ οἰκεῖος, ξένος, Λατ. peregrinus. 1) ἐπὶ προσώπ., ἀλλότρ. φώς, ξένος τις ἄνθρωπος, Ὀδ. Σ. 219· συχνάκις μετὰ τῆς ἐννοίας ἐχθρότητος, Ἰλ. Ε. 214, Ὀδ. Π. 102· οὐδέ τις ἀλλοτρίων, οὐδὲ ξένος τις, Ἡρόδ. 3. 155· εἴτε ἀλλότρ. εἴτε οἰκεῖος ὁ τεθνεώς, Πλάτ. Εὐθύφρ. 4Β: οὐδεὶς ἐστί μοι ἀλλότρ. ἂν ᾖ χρηστός, Μένανδρ. ἐν «Περικειρομένῃ» 2: ἀλλοτριώτερος τῶν παίδων, ἦττον οἰκεῖος τῶν τέκνων σου, Ἡρόδ. 3. 119· ἀλλοτριώτερος, ἀντιτίθεται τῷ οἰκειότερος, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 8. 12, 4, πρβλ. 8. 10, ἐν τέλει, κτλ.: μετὰ δοτ. ἀλλότριοι ὑμῖν ὄντες, Ἰσοκρ. 306C. 2) ἐπὶ πραγμάτων, ξένος, παράδοξος, Πλούτ., κτλ.: εἴ τι πρότερον γέγονεν ἀλλότριον, Δημ. 290. 13· ἡ ἀλλοτρία, ἡ ξένη χώρα, ἡ χώρα τῶν πολεμίων, Ἰσοκρ. 218Α, πρβλ. Ἡρόδ. 7. 83: μ. γεν., ξένος πρός τι, ἐπιτηδεύματα δημοκρατίας ἀλλότρια, Λυσ. 190. 12· οὐδὲν ἀλλότριον ποιῶν τοῦ τρόπου, Ψήφ. παρὰ Δημ. 289. 15. β) ξένος πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἀνοίκειος, Πλάτ. Πολ. 491D, Δημ. 289. 14, κτλ.: ― ὑπερθ. Ἀριστ. Κατηγ. 15. ΙΙΙ. ἐπίρρ. ἀλλοτρίως ἔχειν ἢ διακεῖσθαι πρός τινα, διάκειμαι δυσμενῶς πρός τινα, Λυσ. 911. 4, Ἰσοκρ. 266Β, 98Β: ― Συγκρ. -ιώτερον, ἦττον εὐνοϊκῶς, Δημ. 228. 12. 2) παραδόξως, θαυμασίως, Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 989. 2.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
1 qui concerne autrui, d’autrui : ἀλλοτρίων χαρίσασθαι OD faire le généreux avec le bien d’autrui ; γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν OD ils riaient d’un rire involontaire, convulsif (litt. d’un rire qui ne venait pas d’eux, non voulu) ; τοῖς σώμασιν ἀλλοτριωτάτοις χρῶνται THC ils exposent leur corps tout à fait comme s’il n’était pas à eux;
2 d’un autre pays, étranger ; contraire, hostile ; subst. ἡ ἀλλοτρία ISOCR la terre étrangère, le pays ennemi;
3 qui ne concerne pas, étranger à, gén. ou dat. ; incompatible avec, τινι.
Étymologie: ἄλλος.

English (Autenrieth)

of or belonging to another, strange; γαῖα, ἀλλότρια, ‘others' goods’; ἀλλότριος φῶς, ‘foe-man’; γναθμοῖσι γελώων ἀλλοτρίοισιν, were laughing ‘with jaws as of other men’ (distorted faces), description of supernatural effects, Od. 20.347, cf. 351 ff.

English (Slater)

ἀλλότριος
   1 adj.
   a of another, belonging to others ἀστῶν δ' ἀκοὰ κρύφιον θυμὸν βαρύνει μάλιστ ἐσλοῖσιν ἐπ ἀλλοτρίοις (P. 1.84) τὸ δὲ νέαις ἀλόχοις ἔχθιστον ἀμπλάκιον καλύψαι τ' ἀμάχανον ἀλλοτρίαισι γλώσσαις (P. 11.27) τὸ γὰρ οἰκεῖον πιέζει πανθ' ὁμῶς· εὐθὺς δ ἀπήμων κραδία κᾶδος ἀμφ ἀλλότριον (N. 1.54) ἁνία τ' ἀλλο̆τρίαις οὐ χερσὶ νωμάσαντ (αὐτὸς ἡνιόχησε. Σ.) (I. 1.15) ἀλ]λοτρίαις ἀν' ἵπποις Πα. 7B. 12. ἀλόχῳ ποτὲ θωραχθεὶς ἔπεχ' ἀλλοτρίᾳ ὠαρίων (sc. Meropae, Oinopionis filiae vel potius uxori. Snell.) fr. 72.
   b stranger, alien πλοῦτος ὁ λαχὼν ποιμένα ἐπακτὸν ἀλλότριον (O. 10.89) χάρμα δ' οὐκ ἀλλότριον νικαφορία πατέρος (P. 1.59)
   2 subs.
   a m. pl., strangers. ἀλλοτρίοισιν μὴ προφαίνειν, τίς φέρεται μόχθος ἄμμιν fr. 42. 1.
   b n. pl., what belongs to others οὐδ' ἀλλοτρίων ἔρωτες ἀνδρὶ φέρειν κρέσσονες (N. 3.30)

Spanish (DGE)

-α, -ον

• Alolema(s): cret. ἀλλόττριος ICr.4.72.3.12 (Gortina V a.C.); el. αἰλότριος Schwyzer 411; eol. ἀλλότερρος EM 529.24G.; tard. ἄλλοτρις SB 364.13 (III/IV d.C.)

• Morfología: [tb. -ος, -ον Lyr.Adesp.5.4]
I ref. a la propiedad individual, frec. op. ἴδιος
1 de otro, ajeno
a) ref. a la propiedad privada ἀλλότριον βίοτον ... ἔδουσιν Od.1.160, 18.280, κτήμασ' ἐπ' ἀλλοτρίοις Hes.Op.34, cf. 315, παρ' ἀλλοτρίῳ χωρίῳ Sol.Lg.60a, βουσὶν ἐπ' ἀλλοτρίῃσι Od.20.221, κτήνη μήτε ἴδια μήτ' ἀλλότρια BGU 1121.22 (I a.C.), οἴκῳ ἐν ἀλλοτρίῳ Od.19.119, 20.171, cf. Hes.Op.395, νηὸς ἐπ' ἀλλοτρίης Od.9.535
prov. ἀλλότριον κάματον ... ἀμῶνται hacen el agosto a costa del trabajo de otros Hes.Th.599, τἀλλότριον ἀμᾶν θέρος Ar.Eq.392;
b) de la mujer o hijos ajenos ἀλόχῳ ... ἀλλοτρίᾳ Pi.Fr.72, τἀλλότρια λέκτρα E.HF 345, γυνή A.A.448, γυναῖκα ἀλλοτρίαν ... ἄνδρα ἔχουσαν SIG 985.26 (Filadelfia, Lidia I a.C.), τέκνον Men.Epit.954
en gener. πράγματα καὶ σώματα ἀ. Gorg.B 11.9, πλοῦτος B.15.60;
c) de partes del cuerpo ἁνία τ' ἀλλοτρίαις οὐ χερσὶ νωμάσαντ' llevando las bridas con manos no ajenas e.d. él mismo fue el auriga Pi.I.1.15, ἀλλοτρίαισι γλώσσαις Pi.P.11.27, ἀ. ὄμμασιν εἷρπον marchaba ayudado por ojos ajenos S.OC 146;
d) subst. neutr. plu. lo ajeno, los bienes de otro ἀλλοτρίων χαρίσασθαι ser generoso con los bienes ajenos, Od.17.452, οὐδ' ἀλλοτρίων ἔρωτες ἀνδρὶ φέρειν κρέσσονες Pi.N.3.30, τὰ ἀ. ἀποστερεῖν SIG 1199.11, X.Ages.4.1, τἀλλότρια δειπνεῖν Theopomp.Com.34.
2 fig. como si no fuera propio γναθμοῖσι γελώων ἀλλοτρίοισιν reían con risa forzada, Od.20.347, τοῖς σώμασιν ἀλλοτριωτάτοις ... χρῶνται tratan a sus cuerpos como si fueran de otros Th.1.70, cf. Ep.Hebr.11.9.
3 en rel. c. el modo de ser, opiniones o la suerte de cada uno ajeno, no propio, que no le corresponde ἀναίτιος ἄλγεα πάσχει, μὰψ ἕνεκ' ἀλλοτρίων ἀχέων Il.20.298, οὐκ ἀλλοτρίαν ἄτην, ἀλλ' αὐτὸς ἁμαρτών S.Ant.1259, κακά E.Hec.1240, ἀλλοτρίᾳ τύχῃ κέχρηται Antipho 4.4.8, μὴ ἀλλοτρίαις γνώμαις ... πεισθέντες Th.1.78, τὰ ἀ. δεῖ λέγειν ὡς ἴδια Plb.9.2.2.
II en rel. c. círculos sociales más amplios, frec. op. οἰκεῖος
1 en rel. c. el círculo familiar y de conocidos extraño, no familiar, no pariente, alejado, desconocido φώς Od.18.219, αἰ δὲ κ' ἀλλόττριος συνεσάδδɛ̄ι si un extraño le ayuda a recoger sus cosas, ICr.4.72.3.12 (Gortina V a.C.), (ὁ ἀδελφός) ... ἀλλοτριώτερος τῶν παίδων (el hermano) es un pariente menos próximo que los hijos Hdt.3.119, τὸν τῇ φύσει οἰκεῖον οὐδεὶς καιρὸς ἀλλότριον ποιεῖ Men.Fr.611, op. συγγενεῖς Alex.141.3, cf. Arist.EN 1162a3, op. σφέτεροι Th.6.16, ταῖς ἑαυτῶν γυναιξὶ λαμβάνοντες συνόντας ἀλλοτρίους ἄνδρας cogiendo a hombres extraños en compañía de sus propias mujeres X.Cyr.3.1.39, μάθε οὖν ὅτι ἀλλοτρίαν γυναῖκαν ἐκληρονόμησεν αὐτόν entérate de que una mujer extraña se ha quedado con su herencia, POxy.1067.7 (III d.C.), γυναῖκα ... λαβὲ ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῶν πατέρων σου· μὴ λάβῃς γυναῖκα ἀλλοτρίαν, ἡ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ πατρός σου LXX To.4.12
c. dat. οὐδ' ἀλλότριοι τυγχάνομεν ὑμῖν ὄντες Isoc.14.51
subst. en sent. jur. οἱ ἀλλότριοιextranei heredes personas fuera de la patria potestas op. los sui, PTeb.285.5 (III a.C.).
2 en rel. c. el país, ciudad, etc. extraño, extranjero, propio de otros pueblos γαῖα Od.14.86, γῆ Hdt.8.73, Th.3.13, χώρα X.An.3.5.5, πόλις E.Andr.137, cf. BGU 267.10 (II d.C.), ὕδατα LXX 4Re.19.24, de relig., usos, costumbres ἄρατε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀ. LXX Ge.35.2, cf. De.31.20
en gener. ἀνδραπόδῳ ἀλλοτρίῳ a un esbirro extranjero I.AI 18.47, περὶ τὰ ἀλλότρια ἱερὰ ... τὸ μὲν γὰρ ὥσπερ ἀλλότριόν ἐστιν ἁμάρτημα, τὸ δ' οἰκεῖον (Diágoras de Melo cometió impiedad) en relación con los cultos de una ciudad extranjera: ... pues ése era un crimen, por decirlo así, de un extraño, pero éste nos toca de cerca Lys.6.17, ἀ. φόνος asesinato en la persona de un extranjero Pl.Euthphr.4b
de otros pueblos συμφοραί (op. οἰκεῖαι) Lys.33.8, ἐπάγω ἐπί σε ἀλλοτρίους λοιμοὺς ἀπὸ ἐθνῶν LXX Ez.28.7, ἡγεμονίαι I.AI 18.46, ἀλλότρια ταῦτα ἦν estos (cultos) eran extraños, exóticos (para los egipcios) PGiss.99.6 (I a.C.)
c. gen. ἀλλοτρίους τῆς πόλεως αὑτοὺς ἡγήσαντο se consideraron extraños a la ciudad Lys.28.6, ἀλλότριοι τοῦ θεοῦ ajenos al Dios de Israel de los ninivitas, 1Ep.Clem.7.7
subst. el extranjero τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις al extranjero reclamarás (la deuda), LXX De.15.3.
3 en la fil. heleníst. ajeno τῷ μὲν ἀστείῳ ἀλλότριον οὐδέν al hombre educado, nada es ajeno Chrysipp.Stoic.3.168.34, οὐδείς ἐστί μοι ἀ. ἂν ᾖ χρηστός Men.Fr.475, cf. sobre el σοφός Phld.Rh.2.32, 33.
4 en gener. c. gen. ajeno a, extraño a ἐπιτηδεύματα δημοκρατίας ἀλλότρια Lys.31.34, ἀ. πολιτείας Arist.Pol.1268a40
en textos fil. ἀφθαρσίας ἀλλότριος extraño a la incorruptibilidad Epicur.Ep.[4] 123.4, φθόνου ... ἀ. ἔσῃ seras ajeno a la envidia, no seas envidioso Luc.Somn.7, ἀλότριον (sic) ἐμαυτὸν ἐποιησάμην πάσης κακείας (sic) me hice ajeno a toda maldad, IMEG 166.5 (Talmis III d.C.)
en teol. μὴ εἶναι τὸν υἱὸν ἀ. ἀλλ' ἴδιον τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας en la Trinidad, Ath.Al.M.26.320B, de las criaturas en rel. c. la divinidad, Ath.Al.M.26.337B, de ciertos predicables τὸ ἀθάνατον ... οὐχ ὡς ἀ. αὐτοῦ (de Dios), Ath.Al.M.25.216B.
III en cont. en los que hay una situación de oposición u hostilidad
1 en gener. contrario, adverso, hostil, enemigo κάρη τάμοι ἀ. φώς que me cortase la cabeza un enemigo, Il.5.214, Od.16.102, τις ἀλλοτρίων Hdt.3.155, (τοὺς κόρακας) ... ἀφίεσαν ... ἐπὶ τὸ κατάστρωμα τῆς ἀλλοτρίας νεώς soltaban (los garfios de abordaje) sobre el puente de la nave enemiga Plb.1.22.8, βουληθεὶς μηδὲν ἀλλότριον ὑποκαθέσθαι Plb.23.10.8
subst. abs. ἀλλότρια φρονεῖν tener ideas hostiles, contrarias o revolucionarias, OGI 90.19 (Roseta 196 a.C.)
ἀλλότριοι los enemigos παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων desbarataron las filas de los enemigos, Ep.Hebr.11.34
en lit. crist. ὁ ἀ. el Enemigo, el Malo del diablo, Gr.Naz.M.35.896A
c. gen. ἀλλότρια φρονεῖν τοῦ βασιλέως disentir del rey Plb.36.15.7, cf. LXX 2Ma.14.26
ἀ. Ῥωμαίων hostil, contrario a los romanos Plb.28.4.4, τὸν ... Κύπριδος ἀλλότριον el enemigo de Cipris, AP 7.51 (Adaeus), ἀλλοτριώτατος ὢν μοναρχίας D.S.16.65, τῆς ἐλευθερίας ἀλλότρια SIG 684.16 (Dime II a.C.)
neutr. como adv. ἀλλοτριώτερον ἔχομεν Isoc.12.159
en lit. crist. excomulgado, apartado ἐν ἀλλοτρίοις τῆς ἐκκλησίας ἡγεῖσθαι Eus.HE 6.43.2
c. otras constr. que tiene mala disposición, poco aficionado a πρὸς τὰς κακοπαθείας Plb.36.15.2.
2 en fil. simplemente contrario, opuesto ἀλλότριοι ἀλλήλων Epicur.Fr.[29] 2.4, τὸ σύμφωνον ... καὶ ἀκόλουθον, ἐκείνου δὲ ἀλλότριον Epicur.Fr.[29] 28.3
del dolor contrario, repugnante a la naturaleza, Epicur.Ep.[1] 34.8, cf. Polystr.19.10
astrol. ἀλλοτρίων ὄντων (astros) opuestos, que no están en conjunción, POxy.464.16 (III a.C.).
IV de fenóm. físicos y fisiológicos
1 cien. producido por agente externo, extrínseco, no propio ἀ. φῶς de la luna, Parm.B 14, Emp.B 45, ὑπ' ἀλλοτρίας θερμότητος por un calor venido del exterior Arist.Mete.379a18, ἐν τοῖς ἀλλοτρίοις πάθεσι en los accidentes producidos por un agente externo de heridas y golpes (op. los πάθη propios de las mujeres: embarazo, lactancia, etc.), Sor.96.29
subst. lo extrínseco τὸ ἔξωθεν ἐπεισιὸν καὶ ἀλλότριον Thphr.Od.41
en cirug. extraño, superfluo σάρκες Pl.R.556d, χειρουργία ἐστὶν ἄρσις ... τοῦ ... ἀλλοτρίου la cirugía es la extirpación de lo (que es un cuerpo) extraño Gal.14.780.
2 de palabras, opiniones, etc. inapropiado, inadecuado, que no tiene que ver con la realidad ὄνομα Pl.Phd.99b, ἔοικε ὁ νῦν ῥηθεὶς τρόπος ἀλλοτριώτατος τοῦ ἔχειν parece que la frase dicha (el marido «tiene» mujer y viceversa) está muy apartada del significado de ‘tener’ Arist.Cat.15b29, τέχνης δὲ ἡ λίθος ἀλλοτρίη la piedra no tiene relación con la imagen, AP 9.752 (Asclep. uel Antip.Thess.), καὶ γάρ ἐστιν ἀλλοτριώτερα pues son cosas que no tienen nada que ver con la cuestión Arist.EN 1159b24, ἄτοπον καὶ ἀλλότριον absurdo y fuera de todo propósito Chrysipp.Stoic.3.51
inadecuado, absurdo, engañoso, falso λόγοι de los sofistas, Arist.EE 1218b23, entre los crist. ἀ. γνώμη falsa doctrina Ign.Phil.3.3.
3 de comidas inadecuado, no conveniente τροφή Pl.R.491d, en tratamientos medic. ἔνθεν οὐκ ἀλλότριον καὶ τὸν οἶνον ἀποδοκιμάσαι Sor.33.17
fig. ἀλλοτρία βοτάνη op. χριστιανὴ τροφή Ign.Tr.6.1.
V adv. -ως
1 hostil, desfavorablemente ἀ. αἱ πόλεις πρὸς ἀλλήλας διέκειντο Lys.33.1, ἀλλοτρίως ἔχων πρὸς ἐμέ Men.Asp.181.
2 de manera absurda ἀλλοτρίως ἂν αὐτοὺς ὑπολάβοι τις ποιεῖν τοῦ παρόντος καιροῦ Pers.Stoic.451.

English (Strong)

from ἄλλος; another's, i.e. not one's own; by extension foreign, not akin, hostile: alien, (an-)other (man's, men's), strange(-r).

English (Thayer)


1. belonging to another (opposed to ἴδιος), not one's own
τό ὑμέτερον).
2. foreign, strange: γῆ, not of one's own family, alien, an enemy, Homer, Iliad 5,214; Xenophon, an. 3,5, 5).

Greek Monolingual

-ια, -ιο (Α ἀλλότριος, -ία, -ιον)
1. αυτός που ανήκει σε άλλον, που είναι κτήμα άλλου (αντίθετα αρχ. ἴδιος, νεοελλ. (ι)δικός (μου)
2. (ο πληθυντικός ουδετέρου ως ουσιαστικό) τὰ ἀλλότρια (αρχ. και με κράση τἀλλότρια)
αυτά που ανήκουν σε άλλους, η ξένη περιουσία
νεοελλ.
1. παραμορφωμένος, αλλοπρόσωπος
2. βλαμμένος από δαιμονικά
3. (και τύπος άλλοτρος
δυστυχής, ταλαίπωρος, άθλιος
4. (ο πληθυντικός ουδετέρου ως ουσιαστικό) τα αλλότρια
οι ξένες υποθέσεις, τα ξένα πράγματα
αρχ.
1. αυτός που προέρχεται από ξένη χώρα, ο ξένος (αντίθετα οἰκεῑος)
2. δυσμενής, εχθρικά διακείμενος, εχθρικός, εχθρός
3. απρόθυμος
4. (για πράγματα), ξένος, ανοίκειος, παράδοξος, ανάρμοστος
5. ο ξένος προς κάποιον ή κάτι, άσχετος
6. Ιατρ. ο μη φυσιολογικός, ανώμαλος, παθολογικός
(στη φρ.) «ἀλλότριαι σάρκες», το περιττό πάχος
7. (το θηλυκό ως ουσιαστικό) ἡ ἀλλοτρία (εννοείται χώρα, γη)
η ξένη χώρα, η χώρα του εχθρού
8. επίρρ. ἀλλοτρίως
δυσμενώς, εχθρικώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται ετυμολογικά με τη λ. ἄλλος. Όσον αφορά στο πρόσφυμα -τρ- (πρβλ. και αρχ. ινδ. επίρρ. anya-tra «αλλού») πιθ. πρόκειται για τη μηδενισμένη βαθμίδα του προσφύματος -τερ- που απαντά στον σχηματισμό του συγκριτικού βαθμού επιθ. σε -τερος. Σύμφωνα με άλλη άποψη ο τ. μπορεί να αναχθεί σε επιρρ. τύπο με -τρ-, αντίστοιχο του αρχ. ινδ. anyatra «αλλού».
ΠΑΡ. αλλοτριώ
αρχ.
ἀλλοτριάζω, ἀλλοτριότης.
ΣΥΝΘ. αρχ. ἀλλοτριόγνωμος, ἀλλοτριοεπίσκοπος, ἀλλοτριοπραγία, ἀλλοτριοπράγμων, ἀλλοτριούσιος
μσν.
ἀλλοτριότροπος αρχ.-μσν. ἀλλοτριοφάγος
νεοελλ.
αλλοτριόμορφος, αλλοτριοσμία, αλλοτριοφαγία, αλλοτριόχωρος].

Greek Monotonic

ἀλλότριος: -α, -ον (ἄλλος
I. αντίθ. προς το ἴδιος,
I. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει σε κάποιον άλλο, Λατ. alienus, σε Όμηρ. κ.λπ.· ἀλλ. γυνή, η σύζυγος κάποιου άλλου άνδρα, σε Αισχύλ.· γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν, λέγεται για τους μνηστήρες που γελούσαν με ένα πρόσωπο ξένο από το δικό τους, δηλ. με ένα επιτηδευμένο και αφύσικο γέλιο, σε Ομήρ. Οδ. (το malis ridere alienisτου Ορατίου είναι διαφορετικό)· ἀλλ. ὄμμασιν, με τη βοήθεια των ματιών κάποιου άλλου, σε Σοφ.· ἀλλοτριωτάτοις τοῖς σώμασιν χρῆσθαι, μεταχειρίζομαι το σώμα μου σαν να ανήκε απολύτως σε κάποιον άλλο, σε Θουκ.
II. αντίθ. προς το οἰκεῖος, ξένος, ανοικείος, Λατ. peregrinus, σε Όμηρ.· συχνά με σημασία εχθρότητας και μίσους, σε Ομήρ. Ιλ.
III. επίρρ. ἀλλοτρίως ἔχειν ή διακεῖσθαι πρός τινα, δεν διάκειμαι ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, σε Λυσ.· συγκρ. -ιώτερον, λιγότερο ευνοϊκά, σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

ἀλλότριος:
1) чужой (οἶκος Hom.; γυνή Aesch.): ἀλλοτρίων χαρίσασθαι Hom. быть благотворителем на чужой счет; γναθμοῖσι γελᾶν ἀλλοτρίοισι Hom. смеяться (как бы) чужими челюстями, т. е. натянутым смехом; τοῖς σώμασι ἀλλοτριωτάτοις ὑπὲρ τῆς πόλεως χρῆσθαι Thuc. совершенно не щадить своих жизней (в борьбе) за свой город;
2) посторонний, чужестранный, иноземный (γαῖα Hom.);
3) чуждый, неподходящий, неподобающий, тж. несоответствующий (τινος Lys., Dem.): ἀλλοτρία τροφή Plat. неподходящее воспитание;
4) вражеский, враждебный (φώς Hom.);
5) причиняемый другими (ἄτη Soph.).

Middle Liddell

ἄλλος
I. opp. to ἴδιος, of or belonging to another, Lat. alienus, Hom., etc.; ἀλλ. γυνή another man's wife, Aesch.; γναθμοῖσι γελοίων ἀλλοτρίοισιν, of the suitors, laughed with a face unlike one's own, of a forced, unnatural laugh, Od. (Horace's malis ridere alienis is different); ἀλλ. ὄμμασιν by the help of another's eyes, Soph.; ἀλλοτριωτάτοις τοῖς σώμασιν χρῆσθαι to deal with one's body as if it absolutely belonged to another, Thuc.
II. opp. to οἰκεῖος, foreign, strange, Lat. peregrinus, Hom.; often with the notion of hostile, Il.
III. adv., ἀλλοτρίως ἔχειν or διακεῖσθαι πρός τινα to be unfavourably disposed towards one, Lys.: comp. -ιώτερον less favourably, Dem.

Chinese

原文音譯:¢llÒtrioj 阿羅特里哦士
詞類次數:形容詞(14)
原文字根:變更(處) 相當於: (זוּר‎) (נֵכָר‎) (נָכְרִי‎)
字義溯源:別人的,陌生的,外人,外來的,生人,不友善的,外邦的;源自(ἄλλος)*=別的)。( 太17:25 ,26)所說的丁稅,是獻給耶和華的禮物,是贖罪銀,為著會幕(聖殿)用的;自然,主耶穌是神的兒子,不必交;乃是向外人(ἀλλότριος))徵收的。這豈不暗示,主耶穌把猶太人的首領們看作‘外人’?同樣,( 約10:5)羊不跟著生人(ἀλλότριος)),不認得生人的聲音。也是有相同的暗示
同義字:1 (ἀλλότριος)別人的,陌生的 2 (ξένος)外人 3 (παρεπίδημος)傍依異鄉的 4 (πάροικος)寄居的
譯字彙編
1) 外人(3) 太17:25; 太17:26; 來11:9;
2) 別人的(3) 羅14:4; 羅15:20; 林後10:16;
3) 生人(2) 約10:5; 約10:5;
4) 別的(1) 來9:25;
5) 外邦的(1) 來11:34;
6) 在別人的(1) 提前5:22;
7) 別人(1) 林後10:15;
8) 外(1) 徒7:6;
9) 別人的東西(1) 路16:12