ἀποπήγνυμι

From LSJ
Revision as of 15:30, 1 July 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+ [\w]+ [\w]+)<\/b>" to "$1")

ἠργάζετο τῷ σώματι μισθαρνοῦσα τοῖς βουλομένοις αὐτῇ πλησιάζειν → she lived as a prostitute letting out her person for hire to those who wished to enjoy her, she worked with her body by hiring herself out to anyone who wanted to have sex with her

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀποπήγνῡμι Medium diacritics: ἀποπήγνυμι Low diacritics: αποπήγνυμι Capitals: ΑΠΟΠΗΓΝΥΜΙ
Transliteration A: apopḗgnymi Transliteration B: apopēgnymi Transliteration C: apopignymi Beta Code: a)poph/gnumi

English (LSJ)

   A make to freeze, freeze, τἀντικνήμια Ar.Ra.126:— Pass., of men, to be frozen, in fut. -πᾰγήσομαι X.Mem.4.3.8.    2 of blood, congeal, Hp.Morb.Sacr.9:—Pass., X.An.5.8.15.

German (Pape)

[Seite 319] (s. πήγνυμι), gefrieren lassen, Ar. Ran. 126; pass., gefrieren, erstarren, αἷμα ἀποπήγνυται Xen. An. 5, 8, 15; ἀποπαγησόμεθα ὑπὸ ψύχους Mem. 4, 3, 8; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀποπήγνυμι: μέλλ. -πήξω, κάμνω τι νὰ παγώσῃ, εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια Ἀριστοφ. Βάτρ. 126. - Παθ., ἐπὶ ἀνθρώπων, παγώνω: μέλλ. -πᾰγήσομαι, Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 8· ἐπὶ τοῦ αἵματος ζῶντος ἀνθρώπου ὡς καὶ νῦν, τὸ δὲ καθῆσθαι καὶ ἡσυχίαν ἔχειν ἑώρων ὑπουργὸν ὂν τῷ τε ἀποπήγνυσθαι τὸ αἷμα καὶ τῷ ἀποσήπεσθαι τοὺς τῶν ποδῶν δακτύλους ὁ αὐτ. Ἀν. 5. 8, 15.

French (Bailly abrégé)

f. ἀποπήξω, Pass. fut.2 ἀποπαγήσομαι;
faire geler ; Pass. geler.
Étymologie: ἀπό, πήγνυμι.

Spanish (DGE)

(ἀποπήγνῡμι) I tr. coagular por el frío αἷμα Hp.Morb.Sacr.9.4
paralizar, helar τἀντικνήμια de la cicuta, Ar.Ra.126.
II intr. en v. med.-pas.
1 helarse de pers., X.Mem.4.3.8, αἷμα X.An.5.8.15, detenerse el pulso, Gal.8.662
fig. helarse de espanto ἀκούσασα δέ, ἀπεπάγη ὅλη Apoph.Patr.M.65.217D.
2 clavarse τοὺς ἀποπαγέντας ἐν αὐτοῖς σκόλοπας Ath.Al. en Socr.Sch.HE 2.28.10.

Greek Monolingual

ἀποπήγνυμι (Α)
1. κάνω κάτι να παγώσει, παγώνω
2. (για αίμα) πήζω εντελώς.

Greek Monotonic

ἀποπήγνυμι: μέλ. -πήξω, κάνω κάτι να παγώσει, αποψύχω, σε Αριστοφ. — Παθ., μέλ. -πᾰγήσομαι, παγώνω, ψύχομαι, σε Ξεν.· λέγεται για το αίμα, πήζω, σχηματίζω θρόμβους, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀποπήγνῡμι: леденить, замораживать (ἀντικνήμια Arph.); pass. застывать, мерзнуть (ὑπὸ ψύχους Xen.).

Middle Liddell


to make to freeze, to freeze, Ar.:—Pass., to be frozen, Xen.: of blood, to curdle, Xen.