Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυσεξέλικτος

From LSJ
Revision as of 23:15, 23 August 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)(.*)(<\/span>)(\n}})" to "$1$3")

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil

Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δῠσεξέλικτος Medium diacritics: δυσεξέλικτος Low diacritics: δυσεξέλικτος Capitals: ΔΥΣΕΞΕΛΙΚΤΟΣ
Transliteration A: dysexéliktos Transliteration B: dysexeliktos Transliteration C: dysekseliktos Beta Code: dusece/liktos

English (LSJ)

ον, hard to unfold, involved, πλοκή D.H.Th.29, cf. Amm.2.2, Plu.Brut.13; δυσεξέλικτα κυματούμενος κλύδων Luc.Trag.25; twisted, contorted, ὀδόντες Ael.NA14.8.

German (Pape)

[Seite 679] schwer zu entwickeln, zu erklären; πλοκή Dion. Hal. iud. Thuc. 29; καὶ δύσφορον βούλευμα Plut. Brut. 13.

Greek (Liddell-Scott)

δυσεξέλικτος: -ον, ὁ δυσκόλως ἐκτυλισσόμενος, Διον. Ἁλ. π. Ἀμμ. 2, Πλούτ. Βρούτ. 13.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
difficile à dérouler, à développer ; difficile à expliquer.
Étymologie: δυσ-, ἐξελίσσω.

Spanish (DGE)

-ον
I 1difícil de desenredar, difícil de explicar, complejo πλοκή D.H.Th.29.4, cf. 24.8, Amm.2.16.1, Gr.Thaum.Pan.Or.7.55, βούλευμα Plu.Brut.13, κινήσεις δυσεξελίκτους ἀνακυκλεῖν realizar giros complejos de elefantes amaestrados, Plu.2.968c.
2 del que es difícil salir, inextricable δεσμός E.Hipp.1237, λαβύρινθος ref. a la filosofía, Gr.Thaum.Pan.Or.14.69, καμπαί de un laberinto, Tz.H.11.549
neutr. plu. como adv. δυσεξέλικτα κυματούμενος ... κλύδων Luc.Trag.25
del que es difícil desprenderse ὀδόντες de la anguila cuando los clava, Ael.NA 14.8.
II adv. -ως de forma inexplicable, sin sentido ὅταν δ. ἀναπολῶσι τὰ αὐτὰ πολλάκις Sch.Pi.N.7.155b.

Greek Monolingual

δυσεξέλικτος, -ον (Α)
1. αυτός που δύσκολα ξετυλίγεται
2. δυσεξήγητος
3. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) δυσεξέλικτα
με δύσκολους ελιγμούς.

Greek Monotonic

δυσεξέλικτος: -ον (ἐξελίσσω), αυτός που δύσκολα ξετυλίγεται, εκτυλίσσεται, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

δυσεξέλικτος: который трудно развить, т. е. крайне сложный, запутанный (κινήσεις, βούλευμα Plut.).

Middle Liddell

δυσ- εξέλικτος, ον ἐξελίσσω
hard to unfold, Plut.