ὀλούφω
From LSJ
ἀπορράπτειν τὸ Φιλίππου στόμα ὁλοσχοίνῳ ἀβρόχῳ → sew up Philip's mouth with an unsoaked rush, stop Philip's mouth with an unsoaked rush, shut one's mouth without any trouble
German (Pape)
[Seite 327] = ὀλόπτω, Phot. lex.
Greek (Liddell-Scott)
ὀλούφω: λέγεται ὁτι εἶναι ἕτερος τύπος τοῦ ὀλόπτω, «ὀλούφειν: τίλλειν καὶ κατασπᾶν· οἷον ὀλοσφύζειν» (κῶδ. ὀλοσφίζειν) Φώτ., Ἡσύχ.
Greek Monolingual
ὀλούφω (Α)
ὀλόπτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. με το ρ. ὀλόπτω δεν διευκολύνει την ετυμολόγησή της. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το ρ. ὀλούφω πρέπει να αναχθεί σε ΙΕ ρίζα leubh- «ξεφλουδίζω, αποσπώ, γυμνώνω» και να συνδεθεί με λατ. liber «φλοιός» (< luber < lubhros), ρωσ. lub «φλοιός», αρχ. ιρλδ. luib «χλόη»].