πρωκτός

From LSJ
Revision as of 19:20, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1b)

ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων → by grinding stone against stones

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πρωκτός Medium diacritics: πρωκτός Low diacritics: πρωκτός Capitals: ΠΡΩΚΤΟΣ
Transliteration A: prōktós Transliteration B: prōktos Transliteration C: proktos Beta Code: prwkto/s

English (LSJ)

ὁ,

   A anus, Ar.V.604, etc.; π. καμήλου Id.Pax758; π. κυνός Id.Ach.863.

German (Pape)

[Seite 803] ὁ, der Hintere, der Steiß, eigtl. der After; auch der Mastdarm, Ar. oft u. andere Comic., auch in Prosa; vgl. Arist. part. anim. 3, 14 H. A. 2, 17. – Es wird von προάγω, nach Andern von προΐκω od. προΐσχω abgeleitet.

Greek (Liddell-Scott)

πρωκτός: ὁ, «ὁ κόλος (γρ. κῶλ-), παρὰ τὸ προωθεῖν τὰ τῆς γαστρός», Σουΐδ.· «πρωκτὸς προακτός τίς ἐστι· παρὰ τὸ δι’ αὐτοῦ προάγεσθαι τὰ περιττώματα» Ἐτυμ. Μέγ. 692, 46. Ἡ λέξις συχνὰ ἀπαντᾷ παρ’ Ἀριστοφ., ἴδε Σουΐδ., Φώτ., Ἡσύχ. καὶ Παροιμιογρ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
anus.
Étymologie: DELG terme pop. ou vulg.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
το τελικό τμήμα και στόμιο του πεπτικού σωλήνα τών σπονδυλοζώων και πολλών ασπονδύλων, το οποίο στον άνθρωπο περιλαμβάνει τον πρωκτικό σωλήνα, δηλαδή την περινεϊκή μοίρα του ορθού, και τον καθαυτό πρωκτό, τον δακτύλιο, το πέρας του παχέος εντέρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. του καθημερινού ή λαϊκού λεξιλογίου, η οποία ανάγεται στην ΙΕ ρίζα prōkt-: prәkt- ή prkt- «πρωκτός» και συνδέεται με το αρμενικό erastan-k' «πρωκτός» (με επίθημα -an)].

Greek Monotonic

πρωκτός: ὁ, πρωκτός, πισινός· γενικά, πίσω μέρος, ουρά, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

πρωκτός: ὁ анат. задний проход Arph., Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πρωκτός -οῦ, ὁ, vulgair woord voor anus reet, hol; spreekw.. ἐκ κυνὸς πρωκτοῦ uit de kont van een hond Luc. 39.56.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: rump, anus (Hippon., Ar.).
Derivatives: πρωκτίζω paedico (Ar.).
Origin: IE [Indo-European] [846] *pre\/oh₂ḱt- buttock
Etymology: Identical with Arm. erastan-k` pl. buttock (erastank nom. actionis in -an). The easiest explanation of the form is from IE *preh₂ḱt- and *proh₂ḱt- (Beekes in Kortlandt, Armeniaca 191); s. Brugmann Grundr.2 I 477, WP. 2, 89, Pok. 846, Schwyzer 361. Cf. also Mayrhofer s. pr̥ṣṭhám.

Middle Liddell

πρωκτός, οῦ, ὁ,
the anus, generally, the hinder parts, tail, Ar.