χόρτασμα

From LSJ
Revision as of 23:35, 29 June 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+), ([\w]+)<\/b>" to "$1, $2")

ὑμῖν ἔξεστι εὐδαίμοσι γενέσθαι → to you it is permitted to be joyful, it is permitted to be happy, it is permitted to be fortunate, vobis licet esse beatis

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χόρτασμα Medium diacritics: χόρτασμα Low diacritics: χόρτασμα Capitals: ΧΟΡΤΑΣΜΑ
Transliteration A: chórtasma Transliteration B: chortasma Transliteration C: chortasma Beta Code: xo/rtasma

English (LSJ)

ατος, τό, mostly in pl.,

   A fodder, forage, for cattle, Plb.9.4.3, D.S.20.42, Phylarch.36 J., LXX Ge. 24.25, 32, al.    2 food for men, Act.Ap.7.11 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1367] τό, das Futter; Pol. 9, 4,3; N. T.

Greek (Liddell-Scott)

χόρτασμα: τό, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., χόρτος, τροφὴ τῶν ζῴων, Πολύβ. 9. 4, 3, Διόδ. 20. 42, Φύλαρχ. παρ’ Ἀθην. 607Α, Ἑβδ. (Γέν. ΚΔ΄, 25, 32, κ. ἀλλ. 2) τροφὴ τῶν ἀνθρώπων, Εὐαγγ. κ. Λουκ. ζ΄, 11, Πράξ. Ἀποστ. ζ΄, 11.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 fourrage;
2 p. ext. nourriture NT.
Étymologie: χορτάζω.

English (Strong)

from χορτάζω; forage, i.e. food: sustenance.

English (Thayer)

χορτασματος, τό (χορτάζω), feed, fodder, for animals (the Sept.; Polybius, Diodorus, Plutarch, others); food (vegetable) sustenance, whether for men or flocks: plural Acts 7:11.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ, και χόρταμα Ν χορτάζω
νεοελλ.
χορτασμός
αρχ.
1. η τροφή του ανθρώπου («καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν», ΚΔ)
2. συν. στον πληθ. τὰ χορτάσματα
οι ζωοτροφές («τὰ ἄχυρα καὶ χορτάσματα», ΠΔ).

Greek Monotonic

χόρτασμα: -ατος, τό, σανός, τροφή, ζωοτροφή· τροφή για ανθρώπους, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

χόρτασμα: ατος τό только pl. корм, еда Plat. etc.

Middle Liddell

χόρτασμα, ατος, τό,
fodder, forage: food for men, NTest.

Chinese

原文音譯:cÒrtasma 何而他士馬
詞類次數:名詞(1)
原文字根:飼料(果效)
字義溯源:糧草,糧,土產,穀物,秣料;源自(χορτάζω)=餵飽),而 (χορτάζω)出自(χόρτος)*=場)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 糧食(1) 徒7:11