ὑπαίθριος

From LSJ
Revision as of 19:38, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_5)

οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ' ἐν τῷ εὖ τὸ πολύgood is not found in plenty but plenty in good, quality matters more than quantity

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑπαίθριος Medium diacritics: ὑπαίθριος Low diacritics: υπαίθριος Capitals: ΥΠΑΙΘΡΙΟΣ
Transliteration A: hypaíthrios Transliteration B: hypaithrios Transliteration C: ypaithrios Beta Code: u(pai/qrios

English (LSJ)

ον, also α, ον E.Andr.227: (αἰθήρ):—

   A under the sky, in the open air, Pi.O.6.61; ὑ. κατακοιμηθῆναι Hdt.4.7, cf. Th.1.134; of troops, Hdt.7.119, X.An.5.5.21, 7.6.24: also of things, λύχνα καίειν ὑπαίθρια Hdt.2.62; τῶν ὑ. πάγων δρόσων τε A.Ag.335; ὑπαιθριοις δεσμοῖς πεπασσαλευμένος Id.Pr.113; ὑ. δρόσος E. l.c.; ὑ. δεξαμεναί, opp. ὑπόστεγοι, Pl.Criti.117b; ἔστι . . ὑ. τὸ στιππύον ἐρριμμένον PSI 4.404.7 (iii B.C.); ὑ. ἔργα outdoor work, X.Oec.7.20:—in the open, in public, ὑπαίθριος πεῖραν αὑτοῦ διδούς Luc.Apol.14.    II as Subst., ἐν ὑπαιθρίῳ, = ἐν ὑπαίθρῳ, Gal.6.94, cf. Hdn.Epim.140.

German (Pape)

[Seite 1180] auch 3 Endgn, Eur. Andr. 226, vgl. Lob. Phryn. 251, wie das Folgde, unter freiem Himmel; νυκτὸς ὑπαίθριος Pind. Ol. 6, 61; λύχνα καίουσι ὑπαίθρια Her. 2, 62; ὑπαίθριος κατεκοιμήθη 4, 7; ἡ στρατιὴ ἔσκε ὑπαίθριος 7, 119; ὑπαίθριος δεσμοῖσι πασσαλευτὸς ὤν Aesch. Prom. 113; πάγοι Ag. 326; Thuc. 1, 134; ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος Plat. Conv. 203 d, vgl. Critia. 117 a; Pol. 16, 12, 3; ὑπ. ἔργα = αἱ ἐν ὑπαίθρῳ ἐργασίαι, Xen. Oec. 7, 20.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπαίθριος: -ον, καὶ α, ον, Εὐρ. Ἀνδρ. 227· (αἰθήρ)· - ὁ ἐν ὑπαίθρῳ, ἔξω ὑπὸ τὸν οὐρανόν, οὐχὶ ὑπὸ στέγην, Πινδ. Ο. 6. 104· ὑπ. κατακοιμηθῆναι, ἐπὶ στρατοῦ, Ἡρόδ. 4. 7, πρβλ. 7. 119, Θουκ. 1. 134, Ξενοφ., κλπ.· - ὡσαύτως ἐπὶ πραγμάτων, ὑπαίθρια λύχνα καίειν Ἡρόδ. 2. 62· τῶν ὑπ. πάγων δρόσων τε Αἰσχύλ. Ἀγ. 335· ὑπαιθρίοις δεσμοῖσι πασσαλευτὸς ὢν ὁ αὐτ. ἐν Πρ. 113· ὑπ. δρόσος Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ὑπ. δεξαμεναί, ἀντίθετον τῷ ὑπόστεγοι, Πλάτ. Κριτί. 117Α, κλπ.· - ἐν Σοφ. Ἀντ. 357, ἀντὶ αἴθρια ὁ Βöckh διορθοῖ πάγων ὑπαίθρεια... βέλη, χάριν τοῦ μέτρου (πρβλ. ἐπινύμφειος, ἐπινίκειος). - Ὁ Jebb παρεδέξατο τὴν διόρθωσιν τοῦ Helmke ἐναίθρεια. ΙΙ. ὡς οὐσιστ., ἐν τῷ ὑπαιθρίῳ = ἐν ὑπαίθρῳ, Γαλην. - Πρβλ. ὕπαιθρος.

French (Bailly abrégé)

ος poét. α, ον :
c. ὕπαιθρος.