Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰθήρ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: αἰθήρ Medium diacritics: αἰθήρ Low diacritics: αιθήρ Capitals: ΑΙΘΗΡ
Transliteration A: aithḗr Transliteration B: aithēr Transliteration C: aithir Beta Code: ai)qh/r

English (LSJ)

έρος, in Hom. always ἡ; in Hes. and Att. Prose always ὁ; in Lyr. and Trag. mostly ὁ, as always in A., but ἡ Pi.O.1.6, B.8.35, S.OT867, and freq. in E.: (αἴθω):—in Hom.,

   A ether, the heaven (wrongly distinguished by Aristarch. from ἀήρ (q.v.) as upper from lower air); δι' ἠέρος αἰθέρ' ἵκανεν Il.14.288; [Ζεὺς] αἰθέρι ναίων 2.412, Hes.Op.18; νόμοι δι' αἰθέρα τεκνωθέντες S.OT867; αἰθὴρ μὲν ψυχὰς ὑπεδέξατο σώματα δὲ χθών IG1.442, cf. E.Supp.533; of the sky, both cloudless, νήνεμος αἰ. Il.8.556, and clouded, ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι 15.192, cf. 16.365; freq. in Trag., etc., A.Pr.1044, 1088, Pers.365, E. Ba.150; αἰ. ζοφερός, ἀχλυόεις, A.R.3.1265, 4.927; of the fumes of the Cyclops' mouth, E.Cyc.410.    2 air, Emp.100.5.    3 fifth element, Pl.Epin.981c, 984b, Arist.Cael.270b22; but equivalent to πῦρ, Anaxag.1,15.    b = πῦρ τεχνικόν, Chrysipp.Stoic.2.168, cf. Arist.Mu.392a5.    4 the divine element in the human soul, Philostr.VA3.34, cf. 42.    II clime, region, E.Alc.594 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

αἰθήρ: έρος, παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ἡ, παρ’ Ἡσιόδ. καὶ τοῖς πεζοῖς τῶν Ἀττ. ἀείποτε ὁ· - παρὰ Πινδ. καὶ τοῖς Τραγ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὁ, ὡς ἀείποτε παρ’ Αἰσχ., ἀλλ’, ἡ, ἐν Σοφ. Ο. Τ. 867· καὶ συχν. παρ’ Εὐρ.: (αἴθω). Ὁ αἰθήρ, τὸ ἀνώτατον καὶ καθαρώτατον στρῶμα τοῦ ἀέρος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἀέρα, (ἴδε ἐν λ. ἀήρ, καὶ παρβλ. Ἀριστ. Οὐρ. 1. 3, 13. Μετεωρ. 1. 3, 8.): ἐντεῦθενοὐρανός, ὡς τὸ κατοικητήριον τῶν θεῶν, Ἰλ. Ο. 192· Ζεὺς αἰθέρι ναίων, Β. 412, καὶ παρὰ μεταγεν. φιλοσόφ. ἰσοδύναμον τῇ θεότητι, Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 65Α, πρβλ. Οὐεργιλίου Γεωργ. 2. 325: - Ὡσαύτως τὸ γλαυκὸν στερέωμα, ὁ οὐρανός, ὅτε τ’ ἔπλετο νήνεμος αἰθήρ, Ἰλ. Θ. 556· ἀλλ’ ἐν. Π. 365 λέγεται ὅτι ἔρχεται νεφέλη αἰθέρος ἐκ δίης· πρβλ. αἰθρηγενὴς καὶ ἴδε Spitzn. ἐν τόπῳ. Παρὰ τοῖς μετέπειτα κεῖται τὸ αἰθήρ, ἔνθα τὸ ἀὴρ θὰ ἔκειτο ἐπίσης καλῶς, Αἰσχύλ. Πρ. 1044, 1088, Πέρσ. 365, Εὐρ. Βάκχ. 150· - αἰθὴρ ζοφερός, ἀχλυόεις, Ἀπολλ. Ρόδ. 3. 1264., 4, 927· ὁ δὲ Εὐρ. ἐν Κύκλ. 410 μεταχειρίζεται τὴν λέξιν καὶ περὶ τῆς ἀτμιδώδους πνοῆς, τῆς ἐξερχομένης ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Κύκλωπος. ΙΙ. ἐν Εὐρ. Ἀλκ. 594 κλίμα, χώρα.

French (Bailly abrégé)

έρος (ὁ) :
1 région supérieure de l’air, éther ; ciel ; p. ext. ciel, climat, région;
2 air qu’on respire, air au milieu duquel on vit.
Étymologie: αἴθω.

English (Autenrieth)

the upper air, or sky, aether; αἰθέρι ναίων, of Zeus, dweller in the heavens; more exactly conceived as having οὐρανός beyond it, Il. 2.458; separated from the lower άήρ by the clouds, as Hera in Il. 15.20 swings ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσιν.

English (Slater)

αἰθήρ (ὁ, ἡ. αἰθήρ, -έρος, -έρ(α).)
   1 sky, heaven
   a lit. ἐρήμας δἰ αἰθέρος (O. 1.6) φαεννὸν ἐς αἰθέρα (O. 7.67) αἰθέρος ψυχρῶν ἀπὸ κόλπων ἐρήμου (Schr.: ψυχρᾶς codd.) (O. 13.88) πίτναν τ' ἐς αἰθέρα χεῖρας ἁμᾶ (N. 5.11) φλὸξ ἀνατελλομένα συνεχὲς παννυχίζει, αἰθέρα κνισάεντι λακτίζοισα καπνῷ (I. 4.66)
   b met. ἀρετὰ ἐν σοφοῖς ἀνδρῶν ἀερθεῖσ' ἐν δικαίοις τε πρὸς ὑγρὸν αἰθέρα (N. 8.42) λάμπει δὲ χρόνῳ ἔργα μετ' αἰθέῤ ἀερθέντα fr. 227. 3.
   c frag. ]φαεννὸς αἰθήρ[ (Pae. 3.17) αἰθερ[ (Pae. 7.11)

Spanish (DGE)

-έρος, ὁ, ἡ

• Morfología: [fem. en Hom., Stesich.32.4, Pi.O.1.6, B.9.35, S.OT 866; ac. sg. αἰθέρον ISmyrna 539.4 (I/II d.C.)]
I en la concepción arc., poét. o pop.
1 cielo, espacio celestial gener. concebido como cielo azul brillante, sin nubes por op. a ἀήρ ‘niebla’ o ‘espacio donde están las nubes’ ἣ τότ' ἐν Ἴδῃ μακροτάτη πεφυυῖα δι' ἠέρος αἰθέρ' ἵκανεν (un pino) que habiendo crecido altísimo en el Ida a través de las nubes llegaba hasta el cielo azul, Il.14.288, πολέμιζον ὑπ' αἰθέρι, πέπτατο δ' αὐγὴ ἠελίου ὀξεῖα, νέφος δ' οὐ φαίνετο luchaban bajo el cielo azul y el brillo del sol se extendía cegador, y no aparecían nubes, Il.17.371, cf. Archil.28, A.Pr.125, Verg.Aen.4.574, 6.640, Nonn.D.25.395, personif. Ar.Nu.265, 570
por la noche cielo despejado, sereno νήνεμος αἰθήρ Il.8.556, ἄσπετος αἰθήρ, πάντα δέ τ' εἴδεται ἄστρα Il.8.558
op. οὐρανός y situado debajo de él δι' αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε Il.2.458, ἀπ' ὠράνω αἴθερος διὰ μέσσω Sapph.1.11
a través de él Zeus produce los fenómenos meteorológicos procedentes del οὐρανός o del Olimpo οὐρανόθεν δ' ἄρ' ὑπερράγη ἄσπετος αἰθήρ Il.16.300, cf. supra, Il.8.558, ἀπ' Οὐλύμπου νέφος ἔρχεται ... αἰθέρος ἐκ δίης Il.16.365, cf. A.Pr.1044, ζοφεροῖο κατ' αἰθέρος ... στεροπὴν ... μεταπαιφάσσεσθαι A.R.3.1265, esp. vientos ἴκμενον οὖρον ἵει ... Ἀθήνη ... δι' αἰθέρος Atena lanzó un viento favorable a través del cielo, Od.15.293, cf. Hes.Fr.150.35, ἦλθ' ἄνεμος ζέφυρος ... ἐκ Διὸς ... ἐξ αἰθέρος h.Ap.434
como un término tópico de dirección φωνὴ δέ οἱ (Áyax) αἰθέρ' ἵκανεν su voz llegó hasta el cielo, Il.15.686, καπνὸς ... αἰθέρ' ἵκηται Il.18.207, ἀπ' Ἀχιλλῆος κεφαλῆς σέλας αἰθέρ' ἵκανε Il.18.214, cf. ἐς τόνδ' αἰθέρ' ὄμμα σὸν μέθες levanta tu vista al cielo E.Ba.1264, λαμπὰς ... ἐς τὸν αἰθέρα ἀνέδραμε D.C.50.8.2.
2 cielo, morada de la divinidad, éter gener. de Zeus αἰθέρι ναίων Il.2.412, Hes.Op.18, ὁ Διὸς αἰ. Hdt.7.8.γ, E.Fr.985, οἴκησιν Διός E.Fr.487, cf. Statius Silu.1.1.24, Ou.Met.15.145, Val.Flac.5.182, δῶμα Διωνύσοιο πέλει πατρώιος αἰ. Nonn.D.46.64, cf. αἰθέρος αἰχμαί lanzas celestiales Nonn.D.2.514
en racionalizaciones de la relig., identificado c. Zeus Ζεύς ἐστιν αἰ. A.Fr.105, δῖος αἰθήρ A.Pr.88, ὁρᾷς ... τὸνδ' ἄπειρον αἰθέρα ...; τοῦτον νόμιζε Ζῆνα, τόνδ' ἡγοῦ θεόν E.Fr.941, o simplemente c. la divinidad en general νόμοι ... δι' αἰθέρα τεκνωθέντες S.OT 866, cf. Cic.ND 3.17, Lucr.1.250, Verg.G.2.325, pero aplicado al Sol por Nonn.D.40.407
como el lugar donde se diluye el πνεῦμα o ψυχή de la vida αἰθε̄̀ρ μὲμ φσυχὰς ὑπεδέχσατο, σόματα δὲ χθόν IG 13.1179.6 (V a.C.), πνεῦμα μὲν πρὸς αἰθέρα, τὸ σῶμα δ' εἰς γῆν E.Supp.533, cf. Hel.1016, αἰ. ἔχει νιν ἤδη E.Supp.1140, ἀποθανεῖν καὶ ἀναμιχθῆναι τῷ αἰθέρι Luc.Peregr.33, ψυχὴ δ' ἐ<κ> κραδίης δράμ' ἐς αἴθερον εἴκελος αὔρῃ ISmyrna l.c.
como el quinto elemento del que están compuestos los dioses ὁ αἰθήρ ... ὃν ἡγεῖσθαι χρὴ γένεσιν θεῶν εἶναι el éter ... del que hay que creer que proceden los dioses (pero cf. II 2) Philostr.VA 3.34.
3 fig. c. gentilicios país, cielo αἰθέρα τὰν Μολοσσῶν E.Alc.593, del Ática Ἐρεχθεΐδαι ... διὰ λαμπροτάτου βαίνοντες ἁβρῶς αἰθέρος E.Med.830, Λιβυκὸν αἰθέρ' εἰσβαλών E.Fr.779.1.
II en distintas especulaciones
1 en las cosmogonías el Éter hijo de Érebo y Noche, Νυκτὸς δ' αὖτ' αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο Hes.Th.124, cf. Fr.400
padre de Urano Titanomach.2
en las cosmogonías órficas, hijo de Crono (tiempo) y hermano de Caos, Orph.Fr.78
padre de Faetón Πρωτόγονος φαέθων περιμήκεος Αἰθέρος υἱός Orph.Fr.125, o de Fanes, Orph.Fr.124.
2 en filosofía éter interpretado de manera muy variada por los comentaristas posteriores: ya como distinto del aire y próximo al fuego, ya como no distinguido del aire πῶς γαῖα καὶ ἥλιος ἠδὲ σελήνη αἰθήρ τε ξυνὸς γάλα τ' οὐράνιον ... ὡρμήθησαν γίγνεσθαι (empezaré diciendo) cómo tierra y sol y luna y éter común y Vía Láctea ... se lanzaron a nacer Parm.B 11, cf. B 10
junto c. ἀήρ una de las dos materias primeramente diferenciadas del torbellino original ἀμφότερα ἄπειρα ἐόντα Anaxag.B 1, ἀήρ τε καὶ αἰθὴρ ἀποκρίνονται ἀπὸ τοῦ πολλοῦ τοῦ περιέχοντος Anaxag.B 2, cf. B 12, pero Arist. opina que Ἀναξαγόρας δὲ καταχρῆται τῷ ὀνόματι τούτῳ οὐ καλῶς· ὀνομάζει γὰρ αἰθέρα ἀντὶ πυρός Arist.Cael.270b24, cf. Mete.369b14 (cf. II 3)
en Emp. interpretado como uno de los cuatro elementos, el aire πῶς ὕδατος γαίης τε καὶ αἰθέρος ἠελίου τε κιρναμένων εἴδη τε γενοίατο Emp.B 71.2, αἰθὴρ παφλάζων el aire que burbujea (al salir de una clepsidra metida en agua), Emp.B 100.7, pero en una concepción quizá más arcaica, considerado como una esfera que lo envuelve todo γαῖά τε καὶ πόντος πολυκύμων ἠδ' ὑγρὸς ἀὴρ Τιτὰν ἠδ' αἰθὴρ σφίγγων περὶ κύκλον ἅπαντα tierra y mar de muchas olas y húmedo aire y titán éter que todo lo envuelve en círculo Emp.B 38.4, χθόν' ἐγκυκλουμένου αἰθέρος E.Ba.293, Οὐρανὸς ἀθροίζων ἄστρ' ἐν αἰθέρος κύκλῳ E.Io 1147
para Pl. es el lugar ἐν ᾧπέρ ἐστι τὰ ἄστρα Pl.Phd.109b (cf. I), o el componente más sutil del ἀήρ Pl.Ti.58d, lo cual le lleva a la etimología ἀειθεὴρ ὅτι ἀεὶ θεῖ περὶ τὸν ἀέρα ῥέων Pl.Cra.410b, o el elemento del que se compone el alma, Pl.Epin.984b, o el quinto elemento, Pl.Epin.981c
Arist. sigue a Pl. en la concepción espacial y etimológica αἰθέρα προσωνόμασαν τὸν ἀνωτάτω τόπον, ἀπὸ τοῦ θεῖν ἀεί Arist.Cael.270b22, pero también cree que οὐρανοῦ δὲ καὶ ἄστρων οὐσίαν μὲν αἰθέρα καλοῦμεν Arist.Mu.392a5, cf. tb. Chrysipp.Stoic.2.168
el éter como uno τῶν ἁπλῶν στοιχείων Ptol.Iudic.19.18, o gener. como la materia prima τίς βλέποντα σώματ' ἐξεργάζεται; αἰθήρ, ὅθεν σὺ θεοπόνητ' ἔχεις λέχη ¿quién produce los cuerpos animados? El éter de donde tú tienes una esposa fabricada por los dioses E.Hel.584, materia que forma los astros, Lucr.1.231, o de la que está llena el alma αἰ. ἐν τῇ ψυχῇ Philostr.VA 3.42, personif. Αἰθήρ, κόσμου στοιχεῖον ἄριστον Orph.H.5.4.
3 vapor ardiente que exhala el Cíclope φάρυγος αἰθέρ' ἐξανεὶς βαρύν E.Cyc.410, de un volcán καπνῷ δ' ἀχλυόεις αἰθήρ A.R.4.927
rayo, fuego ἐπαστράψας ... ἐκ Διὸς αἰθήρ AP 7.49 (Bianor).
III n. de perro, X.Cyn.7.6.

• Etimología: Deriv. en *-r de la raíz que se encuentra en αἴθω q.u.

Greek Monotonic

αἰθήρ: -έρος, στον Όμηρ. πάντοτε με άρθρο , αντιθέτως σε Ησίοδ., Αισχύλ., Αττ. πεζογράφους με άρθρο · σε Σοφ. και σε Ευρ. ή · (αἴθω
I. αιθέρας, το ανώτατο και καθαρότατο στρώμα του αέρα· απ' όπου· ο ουρανός, ως κατοικητήριο των θεών, περιοχή πάνω από τον ἀέρα (βλ. αυτ.)· Ζεὺς αἰθέρι ναίων, σε Ομήρ. Ιλ.
II. κλίμα, περιοχή, χώρα, τόπος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

αἰθήρ: έρος ὁ и ἡ (Hom. только ἡ)
1) эфир, горний воздух, т. е. верхние слои воздуха (в отличие от ἀήρ) Hom., Plat., Arst.;
2) воздух (вообще), небо Hom., Hes., Pind., Trag.: τέμενος αἰθέρος Aesch. небесный свод; λόγοι πρὸς αἰθέρα φροῦδοι Eur. пущенные на ветер, т. е. оставленные без внимания слова;
3) область, край (αἰ. Μολοσσῶν Eur.);
4) дыхание (φἀρυγος Eur.).

Frisk Etymological English

-έρος
Grammatical information: f. m.
Meaning: clear air, heaven (Il.).
Derivatives: αἴθρη, id. (Il.); αἰθρίη, -ία clear heaven, beautiful wether; αἶθρος fresh, cold air (ξ 318 αἴθρῳ καὶ καμάτῳ δεδμημένον). Cf. αἰθρεῖ χειμάζει H., αἰθρινόν πρωϊνόν H. (improbable Bouquiaus-Simon, Ant. class. 31, 1962, 25ff.); αἰθέριος in the air, heavenly (trag.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably]
Etymology: Generally derived from αἴθω, q.v.
See also: ἰραρός, ἰθαίνειν

Middle Liddell

αἴθω [in Hom. fem; in Hes., Aesch., and attic Prose masc; in Soph. and Eur. masc or fem.]
I. ether, the brighter purer air, the sky, above the ἀήρ (q. v.); Ζεὺς αἰθέρι ναίων Il.
II. a clime, region, Eur.

Frisk Etymology German

αἰθήρ: -έρος
{aithḗr}
Grammar: f. m.
Meaning: ‘(reine) Luft, (klarer) Himmel’ (seit Hom.).
Derivative: Mehrere Ableitungen: αἴθρη, -α ib. (poet.); αἰθρίη, -ία heiterer Himmel, schönes Wetter — Eine alte Ablautform liegt vor in ἰθαρός heiter (Alk. usw.).(ion. att.) neben αἴθριος, -ον zum Himmel gehörig, heiter (ion. att.); die Neutralform αἴθριον neben dem Deminutivum αἰθρίδιον wird in der Kaiserzeit als volksetymologische Wiedergabe von lat. ātrium gebraucht. — αἶθρος frische kühle Luft (ξ 318 αἴθρῳ καὶ καμάτῳ δεδμημένον), auch = αἴθριον (Pap.). Vgl. αἰθρεῖ· χειμάζει H., αἰθρινόν· πρωϊνόν H. Daneben mit (sekundärer?) Hochstufe des Suffixes: αἰθέριος in der Luft befindlich, zum Himmel gehörig (Trag. usw.), außerdem die vereinzelt und spät vorkommenden αἰθερώδης, αἰθεριώδης, αἰθερίτης; αἰθερόομαι. — Über αἰθήρ und αἴθρη als Hinterglied (ὑπαίθριος, ὕπαιθρος) Sommer Nominalkomp. 151f.
Etymology : Ableitung von αἴθω, wohl nach Muster von ἀήρ (Meillet MSL 26, 17); Schwyzer 480 : 9a vermutet in αἰθήρ ein altes Neutrum. Über das angebliche aind. *īdhríya- Frisk Nom. 1 1f. m. A. 2, wo auch über indische Verwandte von ἰθαρός. Das danebenstehende Verb ἰθαίνειν (A. D., H.) läßt auf einen r-n-Stamm schließen.
Page 1,37