Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Μυρμιδόνες

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

Μυρμῐδόνες: οἱ, πολεμικὸς λαὸς τῆς Θεσσαλίας, πρότερον δὲ τῆς Αἰγίνης, ὑπήκοοι τοῦ Πηλέως καὶ Ἀχιλλέως, Ὅμ.

French (Bailly abrégé)

ων (οἱ) :
les Myrmidons, peuple de la Phthiotide.

English (Autenrieth)

the Myrmidons, a Thracian tribe in Phthiōtis, the followers of Achilles; their chief centres were Phthia and Hellas, Il. 16.269, Il. 2.684, Il. 1.180, Od. 11.495.

English (Slater)

Μυρμῐδόνες the earliest inhabitants of Aigina, who emigrated with Peleus to Thessaly. (χώρας) Μυρμιδόνες ἵνα πρότεροι ᾤκησαν Aigina (N. 3.13) εἶδεν οὔτε πατρωίαις ἐν ἀρούραις ἵππους Μυρμιδόνων (sc. Νεοπτόλεμος, in Phthia in Thessaly) (Pae. 6.107) cf.
   1 Μυρ[ (Pae. 6.143)

Greek Monolingual

οι (Α Μυρμιδόνες)
πολεμικός λαός της αρχαιότητας που κατοικούσε στη Θεσσαλία και προηγουμένως στην Αίγινα και ήταν υπήκοοι του Πηλέως και του Αχιλλέως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. μυρμηδών.

Greek Monotonic

Μυρμῐδόνες: οἱ, οι Μυρμιδόνες, πολεμοχαρές φύλο της Θεσσαλίας, υπήκοοι του Αχιλλέα, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

Μυρμῐδόνες: οἱ (dat. Μυρμιδόσι - эп. Μυρμιδόνεσσιν) мирмидоняне (ахейское племя в южн. Фессалии) Hom.

Middle Liddell


the Myrmidons, a warlike people of Thessaly, subjects of Achilles, Hom.