Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγκάλη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀγκάλη Medium diacritics: ἀγκάλη Low diacritics: αγκάλη Capitals: ΑΓΚΑΛΗ
Transliteration A: ankálē Transliteration B: ankalē Transliteration C: agkali Beta Code: a)gka/lh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ,

   A bent arm, mostly in pl., ἐν ἀγκάλαις A.Ag.723, Supp.481, E.Alc.351, al.; prov., ἐν ταῖς ἀ. περιΦέρειν τινά X.Cyr.7.5.50; without ἐν, ἀγκάλαις ἔχειν, περιΦέρειν, E.IT289, Or.464; ἐπ' ἀγκάλαις λαβεῖν Id.Ion761, cf. IT1250; ἐς ἀ. Ion1598; πρὸς ἀγκάλαις πεσεῖν ib.962; ὑπ' ἀγκάλαις σταθείς Id.Andr.747: rarely in sg., Corinn.19 (s.v.l.); Φέρειν ἐν τῇ ἀ. Hdt.6.61, cf. X.l.c., Timocl.7.4.    2 bend of knee, Cael.Aur.TP5.1.2.    II metaph., anything closely enfolding, κυμάτων ἐν ἀγκάλαις Archil.23; πετραία ἀ. A.Pr.1019; πόντιαι ἀ. Id.Ch.587, cf. E.Or.1378; πελαγίοις ἐν ἀ. Nausicr. 1.3; of the air, γῆν..ἔχονθ' ὑγραῖς ἐν ἀ. E.Fr.941.    III bundle, sheaf, BGU1180 (i B. C.), PLond.1.131r396 (i A. D.), POxy.935.19 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 14] ἡ, Ellnbogen, Arm, gew. plur., ἐν ἀγκάλαις ἔσκε Aesch. Ag. 705; ἐν ἀγκ. λαβών; so oft bei Eur.; μόνον οὐκ ἐν ἀγκ. περιφέρειν Xen. Cyr. 7, 5, 50 (unser auf den Händen tragen). Eur. ἀγκάλαις περιφέρειν Or. 464. Uebertr. auf alles Umfassende, Eur. χερὸς ὑπ' ἀγκάλαις ἐμαῖς Ion. 1357; Aesch. πόντιαι ἀγκ. Ch. 580; πελάγιαι Eur. Hel. 1068; vgl. Or. 1376; Ar. Ran. 704; Nausicr. com. Ath. VII, 296 a; πετραία Aesoh. Pr. 1021; den sing. hat noch Plat. Legg. VII, 789 c; Luc. D. Mar. 1, 5; Plut. hat das früher nur poei. W. öfter. z. B. ἐν ἀγκάλαις γῆς de pr. frig. 20.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγκάλη: [ᾰ], ἡ, ὁ κεκαμμένος βραχίων, Ἡρόδ., κτλ., ἐν ἀγκάλαις, Αἰσχύλ. Ἀγ. 723, Ἱκ. 481, Εὐρ.· παροιμ. ἐν ταῖς ἀγκ. περιφέρειν τινά, Ξεν. Κύρ. 7. 5, 50· ὡσαύτως ἄνευ τῆς ἐν: ἀγκάλαις ἔχειν, περιφέρειν, Εὐρ. Ι. Τ. 289, Ὀρ. 464· ὡσαύτως, ἐπ’ ἀγκάλας λαβεῖν, ὁ αὐτ. Ἴων. 761· ἐς ἀγκ., αὐτ. 1598· πρὸς ἀγκάλαις πεσεῖν, αὐτόθ. 962· ὑπ’ ἀγκάλαις σταθείς, ὁ αὐτ. Ἀνδρ. 747· ― σπανίως καθ’ ἑνικ., φέρειν ἐν τῇ ἀγκάλῃ, Ἡρόδ. 6. 61, πρβλ. Τιμοκλ. ἐν Κωμ. Ἀποσπ. 3. σ. 96. ΙΙ. μεταφ. πᾶν τὸ στενῶς περιβάλλον, πετραία ἀγκάλη, Αἰσχύλ. Πρ. 1019· πόντιαι ἀγκάλαι, γωνίαι, βραχίονες τῆς θαλάσσης, ὁ αὐτ. Χο. 587, πρβλ. Εὐρ. Ὀρ. 1378· πελαγίοις ἐν ἀγκάλαις, Ναυσικρ. ἐν «Ναυκλήροις», 1· κυμάτων ἐν ἀγκάλαις, Ἀριστοφ. Βατρ. 704· ἔτι καὶ περὶ τοῦ ἀέρος, γῆν... ἔχονθ’ ὑγραῖς ἐν ἀγκ., Εὐρ. Ἀποσπ. 935. πρβλ. ἀγκοίνη. (Περὶ τῆς ῥίζης ὅρα ἄγκος).

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 bras recourbé, au pl., rar. au sg.
2 toute chose arrondie, recourbée qui enveloppe, enserre : πετραία ἀγκάλη ESCHL l’embrassement, l’étreinte d’un rocher ; πόντιαι ἀγκάλαι ESCHL les bras de la mer.
Étymologie: cf. ἀγκάς.

English (Abbott-Smith)

ἀγκάλη,-ης, ἡ (< ἄγκος, a bend), [in LXX for אַצִּיל, חֵיק;]
the bent arm: Lk 2:28 (cf. ἐναγκαλίζομαι). †

English (Strong)

from agkos (a bend, "ache"); an arm (as curved): arm.

English (Thayer)

(ης, ἡ (ἀγκη, ἀγκάς (from the root ak to bend, curve, cf. Latin uncus, angulus, English angle, etc.; cf. Curtius, § 1; Vanicek, p. 2 f)), the curve or inner angle of the arm: δέξασθαι εἰς τάς ἀγκάλας, ἀγκάς λαβεῖν ἐν ἀγκάλαις περιφέρειν, etc., see ἐναγκαλίζομαι. (From Aeschylus and Herodotus down.))

Greek Monotonic

ἀγκάλη: [ᾰ], ἡ (ἄγκος),
I. λυγισμένος βραχίονας, σε Ηρόδ. κ.λπ.· κυρίως στον πληθ., ἐν ἀγκάλαις, στις αγκάλες, σε Αισχύλ., Ευρ.· ἐν ταῖς ἀγκάλαις, σε Ξεν.· στον ενικ., φέρειν ἐν τῇ ἀγκάλῃ, σε Ηρόδ.
II. μεταφ., οτιδήποτε είναι στενά περικυκλωμένο· πετραία ἀγκάλη, σε Αισχύλ.· πόντιαι ἀγκάλαι, κολπίσκοι ή βραχίονες της θάλασσας, στον ίδ.· κυμάτων ἐνἀγκάλαις, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγκάλη: (κᾰ) ἡ преимущ. pl.
1) согнутая рука, локоть (часть руки от локтевого сустава до кисти): ἐν τῇ ἀγκάλῃ φέρειν Her. и (ἐν ταῖς) ἀγκάλαις περιφέρειν Xen., Eur. (тж. перен.) носить на руках; χερὸς ὑπ᾽ ἀγκάλαις Eur. в руках или в руке; ὑπ᾽ ἀγκάλαις (τινὸς) σταθείς Eur. находясь под чьей-л. защитой;
2) объятия; недра, лоно: πόντιαι ἀγκάλαι Aesch. морская пучина; πετραία ἀ. Aesch. каменное лоно, т. е. могильный холм из обломков скал; κυμάτων ἐν ἀγκάλαις Arph. в объятиях волн.

Middle Liddell

ἄγκος
I. the bent arm, Hdt., etc.; mostly in pl., ἐν ἀγκάλαις in the arms, Aesch., Eur.; ἐν ταῖς ἀγκ. Xen.;—in sg., φέρειν ἐν τῇ ἀγκάλῃ Hdt.
II. metaph. anything closely enfolding, πετραία ἀγκάλη Aesch.; πόντιαι ἀγκάλαι bights or arms of the sea, Aesch.; κυμάτων ἐν ἀγκάλαις Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀγκάλη -ης, ἡ [~ ἀγκών, ἀγκύλος (gebogen) arm:; παῖδ ’ ἀγκάλαις περιφέρων het kind in zijn armen ronddragend Eur. Or. 464; ἀγκάλαις ἔχειν in de armen houden Eur. IT 289; ἐπ ’ ἀγκάλαις λαβεῖν in de armen nemen Eur. Ion 761; δέχεσθαι εἰς τὰς ἀγκάλας in de armen nemen NT Luc. 2.28; πρὸς ἀγκάλαις πεσεῖν om zich in je armen te storten Eur. Ion 962; overdr.. πόντιαι ἀγκάλαι de (omstrengelende) armen van de zee Aeschl. Ch. 587; πετραία δ ’ ἀγκάλη σε βαστάσει een arm van rotsen zal je dragen Aeschl. PV 1019.

Chinese

原文音譯:¢gk£lh 昂卡累
詞類次數:名詞(1)
原文字根:緊抱 相當於: (חֹוק‎ / חֵיק‎)
字義溯源:手臂,手;源自(ἄγκιστρον)X*=彎曲)。這字只用一次,說到公義虔誠的西面,用手從耶穌的父母接過孩子,稱頌神( 路2:28)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 手臂(1) 路2:28