Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλλοιώνω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

(ΑΜ ἀλλοιῶ, -όω) ἀλλοῖος
1. κάνω κάτι διαφορετικό, μεταβάλλω, μετατρέπω
2. παραλλάζω, παραμορφώνω
3. παριστάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
4. παθ. μεταβάλλομαι, γίνομαι διαφορετικός
νεοελλ.
1. νοθεύω, παραχαράσσω
2. αποσυνθέτω, προκαλώ σήψη
αρχ.
1. μεταβάλλομαι προς το χειρότερο, χειροτερεύω
2. αλλοφρονώ, παραφρονώ
3. μεταμφιέζομαι, μεταμορφώνομαι
4. αποξενώνομαι.