Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραχαράσσω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: παραχαράσσω Medium diacritics: παραχαράσσω Low diacritics: παραχαράσσω Capitals: ΠΑΡΑΧΑΡΑΣΣΩ
Transliteration A: paracharássō Transliteration B: paracharassō Transliteration C: paracharasso Beta Code: paraxara/ssw

English (LSJ)

Att. παραχαράττω,

   A re-stamp, i.e. re-value the currency, metaph., Diog.Cyn. ap. D.L.6.20,71, Str. Chr.12.23, Jul. Or.7.211b,c, Suid. s. v. γνῶθι σαυτόν; δεῖ κἀμὲ νόμισμα παρακόψαι καὶ π. τὸ βαρβαρικὸν Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ Alexander Magn. ap. Plu.2.332c ; π. τὰ εἰς τὴν δίαιταν set up a new standard of life, Luc.Demon.5.    II esp. debase the currency, οἱ -οντες τὸ νόμισμα, κἂν μέρος λυμήνωνται, τὸ σύμπαν διεφθαρκέναι δοκοῦσιν D.Chr.31.24 :—Pass., Harp.s.v. παράσημος ῥήτωρ.    2 metaph., τὰ καθωσιωμένα παρακόπτειν καὶ π., of sabbath-breakers, Ph.2.298, cf. 562, al., Luc.Am.22 ; π. τὴν πάτριον. ὑπόθεσιν Dam.Pr. 113.    b ὀνόματα κεκαινοτομημένα καὶ -κεχαραγμένα re-minted, i.e. used with new meanings, Aristid.Rh. 1p.508S., cf. Gal.7.834.

German (Pape)

[Seite 508] att. -ττω, falsch prägen, falsch münzen; καὶ παρακόψαι νόμισμα, Plut. de Alex. fort. 1, 10; übertr., οὐ παραχαράττων τὰ εἰς τὴν δίαιταν, ἀλλ' ὁμοδίαιτος ἅπασι, Luc. Demon. 5; auch a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

παραχᾰράσσω: Ἀττ. -ττω, χαράττω διὰ ψευδοῦς χαράγματος, παραποιῷ, κιβδηλεύω, Πλούτ. 2. 332Β· γνῶθι σεαυτόν, καὶ τὸ νόμισμα παραχάραξον Χρησμ. παρὰ Σουΐδ., ἴδε Menag. εἰς Διογ. Λ. 6. 20· - συχν. μεταφορ., Φίλων 2. 562, Λουκ. Δημώνακτ. βίος, 5, κτλ. - Καθ’ Ἡσύχ.: «παραχαράσσον· παραλλάσσον, παρασημαῖνον».

French (Bailly abrégé)

marquer d’une fausse empreinte en parl. de monnaies ; falsifier, acc..
Étymologie: παρά, χαράσσω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, αττ. τ. παραχαράττω Α, παραχαράζω Ν
μτφ. διαστρέφω, παραποιώ (α. «θεῑον δόγμα παραχαράττειν», Συνέσ.
β. «παραχάραξε την αλήθεια»)
νεοελλ.
απομιμούμαι ένα χάραγμα με σκοπό την απάτη και ιδίως κατασκευάζω ψεύτικα, κίβδηλα νομίσματα, είμαι παραχαράκτης
μσν.-αρχ.
1. σφραγίζω εκ νέου ή με νέα σφραγίδα, δίνω νέα αξία, νέα τιμή στο νόμισμα («δεῑ κἀμε νόμισμα παρακόψαι καὶ παραχαράξαι τὸ βαρβαρικὸν Ἑλληνικῇ πολιτεία», Πλούτ.)
2. μτφ. αναπροσδιορίζω, προσδιορίζω νέους όρους («παραχαράττων τὰ εἰς τὴν δίαιταν» — προσδιορίζοντας νέους όρους ζωής, Λουκιαν.)
αρχ.
1. υποβιβάζω, υποτιμώ, εξευτελίζω το νόμισμα («οἱ παραχαράσσοντες τὸ νόμισμα», Δίων Χρ.)
2. μτφ. παραβιάζω, υποβαθμίζω κάτι («τὰ καθωσιωμένα παρακόπτειν καὶ παραχαράσσειν», Φίλ.)
3. γραμμ. μτφ. μεταχειρίζομαι λέξη με άλλη σημασία, διαφορετική από την ορθή («ὀνόματα κεκαινοτομημένα καὶ παρακεχαραγμένα», Αριστείδ.).

Greek Monotonic

παραχᾰράσσω: Αττ. -ττω, χαράσσω με ψεύτικη σφραγίδα, πλαστογραφώ, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

παραχᾰράσσω: атт. παραχᾰράττω
1) фальсифицировать, подделывать (νόμισμα Plut.);
2) ухудшать: π. τὰ ἐς τὴν δίαιταν Luc. вести жалкий образ жизни.

Middle Liddell

attic -ττω
to mark with a false stamp, falsify, Luc.