Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανδρικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ή, -ό και αντρικόςἀνδρικός, -ή, -όν)
1. εκείνος που ανήκει ή αφορά σε άνδρα, ανδροπρεπής, αντρίκιος
2. ανθεκτικός, καρτερικός, θαρραλέος
αρχ.
1. εκείνος που αποτελείται από άνδρες
2. μεγάλος, μεγάλης χωρητικότητας (κύλιξ)
3. το ανδρικόν
ανδρεία, γενναιότητα.