Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απευθύνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(ἀπευθύνω)
νεοελλ.
1. κατευθύνω, αποστέλλω κάτι προς κάποιον
2. αποτείνω («σου απευθύνει τον λόγο, του απηύθυνε επιστολή»)
αρχ.
1. κάνω κάτι πάλι ευθύ, ισιώνω, αποκαθιστώ
2. οδηγώ σωστά, διευθύνω
3. διοικώ, κυβερνώ, διευθετώ
4. μτφ. διορθώνω, επαναφέρω στην τάξη, τιμωρώ
5. φρ. α) «ἀπευθύνω ἐκ πρύμνης» — είμαι στο τιμόνι
β) «ἀπευθύνω τι προς τι» — προσαρμόζω
γ) εκτρέπω από την ευθεία
6. (το ουδ. της μτχ. παθ. πρκμ. ως ουσ.) το απευθυσμένο (Α ἀπευθυσμένον)
το τελικό τμήμα του παχύ εντέρου το οποΐο καταλήγει στον πρωκτό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο)- + ευθύνω < ευθύς].