αποκαθιστώ
From LSJ
Οὐκ ἔστι σιγᾶν αἰσχρόν, ἀλλ' εἰκῆ λαλεῖν → Silere non est turpe, sed frustra loqui → nicht Schweigen schändet, sondern Schwätzen auf gut Glück
Greek Monolingual
κ. αποκατασταίνω (AM ἀποκαθίστημι κ. ἀποκαθιστῶ, -άω, Α κ. ἀποκαθιστάνω)
επαναφέρω κάτι ή κάποιον στην προηγούμενη κατάσταση, θέση, τόπο κ.λπ.
νεοελλ.
εξασφαλίζω τα παιδιά μου, ώστε να μην έχουν ανάγκη από πατρική ή μητρική προστασία, παρέχοντάς τους χρήματα, δυνατότητες για μόρφωση ή παντρεύοντάς τα
αρχ.-μσν.
(για χρήματα) επιστρέφω, εξοφλώ
μσν.
1. φέρνω κάποιον σε νέα κατάσταση
2. εγκαθιστώ
3. τακτοποιώ, ρυθμίζω
4. εκτελώ, πραγματοποιώ
5. (για συμφωνία) συνάπτω, συνομολογώ
αρχ.
1. αποδίδω κάτι σ' αυτόν που του ανήκει
2. (-ομαι) καταντώ.