Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκαθιστώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

κ. αποκατασταίνω (AM ἀποκαθίστημι κ. ἀποκαθιστῶ, -άω, Α κ. ἀποκαθιστάνω)
επαναφέρω κάτι ή κάποιον στην προηγούμενη κατάσταση, θέση, τόπο κ.λπ.
νεοελλ.
εξασφαλίζω τα παιδιά μου, ώστε να μην έχουν ανάγκη από πατρική ή μητρική προστασία, παρέχοντάς τους χρήματα, δυνατότητες για μόρφωση ή παντρεύοντάς τα
αρχ.-μσν.
(για χρήματα) επιστρέφω, εξοφλώ
μσν.
1. φέρνω κάποιον σε νέα κατάσταση
2. εγκαθιστώ
3. τακτοποιώ, ρυθμίζω
4. εκτελώ, πραγματοποιώ
5. (για συμφωνία) συνάπτω, συνομολογώ
αρχ.
1. αποδίδω κάτι σ' αυτόν που του ανήκει
2. (-ομαι) καταντώ.