Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επαναφέρω

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐπαναφέρω)
νεοελλ.
1. φέρνω πίσω, ξαναφέρνω
2. αποκαθιστώ («επανέφερε την τάξη»)
3. θέτω εκ νέου, προβάλλω
μσν.
ζωντανεύω, ανασταίνομαι
αρχ.-μσν.
συνέρχομαι, αναλαμβάνω, ξαναβρίσκω τις αισθήσεις μου
αρχ.
1. αναφέρω, αποδίδω κάτι σε κάποιον («εἰ δὲ πεπόνθοντε λυγρὰ δι' ὑμετέραν κακότητα, μή τι θεοῖς τούτων μοῑραν ἐπαμφέρετε», Σόλ.)
2. (αμτβ.) ανάγομαι σε κάτι ως αίτιο («ἀφικέσθαι ἐπί τίνα ἀρχήν, ἤ οὐκέτ' ἐπανοίσει ἐπ' ἄλλο φίλον», Πλάτ.)
3. υπολογίζω, λογαριάζω, συμπεριλαμβάνω στον λογαριασμό
4. κομίζω, μεταφέρω, μεταβιβάζω, ιδίως αγγελίες
5. κάνω εμετό
6. (ρητ.) χρησιμοποιώ την επαναφορά
7. αναδίδομαι ως αναθυμίαση από το έδαφος
8. (για ήλιο ή αστέρια) ανυψώνομαι, ανατέλλω
9. κινούμαι προς την αντίθετη φορά
10. (για υγεία) βελτιώνομαι
11. αστρολ. παίρνω την πρώτη θέση μετά το κέντρο.