Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκάλυψη

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM ἀποκάλυψις)
1. η αφαίρεση καλύμματος, το ξεσκέπασμα
2. φανέρωση, παρουσίαση
3. εκκλ. α) η φανέρωση των θείων μυστηρίων στους ανθρώπους
β) τίτλος του προφητικού βιβλίου του Ευαγγελιστή Ιωάννη (ΚΔ)
γ) φρ. «εξ αποκαλύψεως» — με θεία έμπνευση ή δήλωση
νεοελλ.
1. η εκμυστήρευση, η ανακοίνωση μυστικών
2. το να βγάλει κανείς στη φόρα τα όσα απέκρυπτε κάποιος.