Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκλίνω

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

(AM ἀποκλίνω)
1. κλίνω, γέρνω προς μια κατεύθυνση
2. παρουσιάζω κλίση προς τα πλάγια
3. ρέπω προς κάτι, έχω κλίση για κάτι
νεοελλ.
1. ξεφεύγω από το κανονικό
2. ναυτ. εκτρέπω πλοίο από την πορεία του
αρχ.-μσν.
φεύγω
αρχ.
1. κάνω να κλίνει προς άλλη κατεύθυνση, εκτρέπω
2. στρέφω προς τα πίσω
3. είμαι κατηφορικός
4. παρεκκλίνω, εκτρέπομαι
5. ξεπέφτω
6. (-ομαι) α) ανατρέπομαι
β) (για την ημέρα) γέρνω προς το βράδι.