Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποκλίνω

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics

Greek Monolingual

(AM ἀποκλίνω)
1. κλίνω, γέρνω προς μια κατεύθυνση
2. παρουσιάζω κλίση προς τα πλάγια
3. ρέπω προς κάτι, έχω κλίση για κάτι
νεοελλ.
1. ξεφεύγω από το κανονικό
2. ναυτ. εκτρέπω πλοίο από την πορεία του
αρχ.-μσν.
φεύγω
αρχ.
1. κάνω να κλίνει προς άλλη κατεύθυνση, εκτρέπω
2. στρέφω προς τα πίσω
3. είμαι κατηφορικός
4. παρεκκλίνω, εκτρέπομαι
5. ξεπέφτω
6. (-ομαι) α) ανατρέπομαι
β) (για την ημέρα) γέρνω προς το βράδι.